2,1 Μια μέρα, οι γιοί του Θεού ήρθαν να παρουσιαστούν ενώπιόν Του. Ο Σατανάς ήρθε κι αυτός ανάμεσά τους, για να παρουσιαστεί ενώπιον του Κυρίου.
2 Ο Θεός είπε στον Υπεναντίο/Κατήγορο: << Πούθε έρχεσαι; >> Ο Σατανάς απάντησε στον Θεό και είπε: << Περιπλανήθηκα πάνω από ολάκερη τη γη και πέρα ώς πέρα τη διέσχισα. >>
3 Ο Κύριος ρώτησε τον Σατανά: << Πρόσεξες τον δούλο μου τον Ιώβ; Δεν υπάρχει κανείς άλλος σαν κι αυτόν σ’ ολάκερη τη γη, άμωμος και δίκαιος άνθρωπος που έχει φόβο Θεού και που αποστρέφεται καθετί κακό. Ακόμα στέκει ακέραιος κι απαρασάλευτος· κι εσύ με παραπλάνησες και μ’ εξερέθισες ενάντιά του, για να τον κατασπαράξω δίχως λόγο!>>
4 Ο Σατανάς αντέτεινε στον Κύριο:
<< Δέρμα αντί δέρματος! Ό,τι κι αν κατέχει ο άνθρωπος, θυσία θα το δώκει για της ζωής το γλυτωμό.>>
5 Αλλά άπλωσε το χέρι σου και πλήξε τα οστά και το σαρκίο του, και τότε όντως θα σε βλαστημήσει κατά πρόσωπο! >>
6 Ο Θεός είπε στον Υπεναντίο/Κατήγορο: << Ιδού, ο Ιώβ είναι τώρα στα χέρια σου. Πρόσεξε μονάχα τη ζωή του να φεισθείς! >>
7 Ο Σατανάς έφυγε απ’ του Θεού το πρόσωπο και έπληξε τον Ιώβ με τρομερά έλκη και βδελυρές φλεγμονές που απ’ την κορφή έως τα νύχια τον κατέκαιγαν.
8 Κάθισε ύστερα ο Ιώβ καταμεσής στις στάχτες και πήρε μ’ ένα όστρακο να ξύνει τις πληγές του.
9 Τότε η γυναίκα του του είπε: << Ακόμα κρατιέσαι με νύχια και με δόντια απ’ τη δικαιοσύνη σου; Βλαστήμα τον Θεό και πέθανε! >>
10 Μα κι όμως αυτός της αποκρίθηκε: << Μιλάς σα να ’σαι καμιά από τις άμυαλες γυναίκες!
Θες να δεχόμαστε απ’ το χέρι του Θεού μονάχα τα καλά και όχι τα κακά; >>









