Η ΜΑΓΙΣΣΑ
«Πολὺ καιρὸν ἐβάδισα πάνω στ’ ἀφρᾶτο χιόνι,
καὶ μήτε εἶμαι ψηλή, μήτε γερή.
Ἡ φορεσιά μου ἐμούσκεψε, τὰ δόντια μου ἐσφίξαν,
κι’ εἶχα πορεία τραχειὰ καὶ μακρυνή.
Στὰ πέρατα ἐπλανήθηκα τῆς γῆς τῆς καρποδότρας,
μὰ ἐδῶ γιὰ πρώτην ἔρχομαι φορά.
Ὤ, πέρνα με, ἀγκαλιά, ἀπὸ τὸ κατώφλι σου,
στῆς πόρτας σου ἄσε με τὴν μέσα τὴν μεριά!
Εἶναι ἀπάνθρωπος ἐχθρὸς τ’ ἀγέρι ποὺ θερίζει
κι’ ἀνάντια τῶν ῥιπῶν πῶς νὰ σταθῶ.
Τὰ χέρια μου ἐξύλιασαν κι’ εἶν’ βογγητὸ ἡ φωνή μου,
τὸ χεῖρον τοῦ θανάτου πειὰ ἀψηφῶ.
Εἶμαι ἀκόμα ἕνα μικρὸ κι’ ἀπάρθενο κορίτσι,
πονεῖτε ποδαράκια μου λευκά.
Ὤ, πέρνα με, ἀγκαλιά, ἀπὸ τὸ κατώφλι σου,
στῆς πόρτας σου ἄσε με τὴν μέσα τὴν μεριά!»
Εἶχε φωνὴ σὰν τὴν φωνὴ ποὺ ἔχουν οἱ γυναῖκες
ὡς ἱκετεύουν γιὰ τὸν πόθο τῆς καρδιᾶς.
Κι’ ἐπέρασεν – ἐπέρασεν – κι’ ἡ πηδηχτὴ πρὶν φλόγα
βυθίστη, πέθανε, στὴν μέσι τῆς φωτιᾶς.
Στὴν στιά μου δὲν ξανάναψε ποτέ, στὸ παραγώνι,
ἀπ’ ὅταν διέσχισα τὸ πάτωμα γοργά,
νὰ τὴν περάσω, ἀγκαλιά, ἀπὸ τὸ κατώφλι μου
στῆς πόρτας μου τὴν μέσα τὴν μεριά.
ΕΚΕΙ ΟΠΟΥ ΜΙΑ ΡΩΜΑΙΚΗ ΕΠΑΥΛΙ ΣΤΕΚΟΤΑΝ,
ΕΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΡΑΙΜΠΟΥΡΓΚ
Στὸν Ἀντώνη Μητσάνη
Στὴν ξενιτειά, ἀναπνέοντας τῆς ξενιτειᾶς ἀέρα,
ἀλάργ’ ἀπ’ τὴν ἀρχαία του γῆ, Ῥωμαῖος, ὀρθός, στυλώνει,
καὶ μουρμουρᾷ, ξανοίγοντας ὣς πέρα,
«Ἔμμορφ’ οἱ λόφοι ποὺ θωρῶ, μὰ δὲν εἶναι στὴν Ῥώμη!»
Ἐπίγονος συγγενικῆς φυλῆς μὲ τοὺς Ῥωμαίους,
κεῖ ποὺ ὁ παλαιὸς υἱὸς τοῦ ἰμπέριου στάθη, στέκω.
Βράχους ποὺ κλειοῦν κοιλάδα ἐντός, ἀπὸ καιροὺς ἀρχαίους,
ἴδια κι’ ἀνέγγιχτ’ ἀπὸ χέρι ἀνθρώπου βλέπω.
Τὸ ἴδιο ἀστέρι σ’ ἄλλονε, ψηλάθε, λαμπυρίζει,
μι’ ἄλλη καρδιὰ μ’ ἀνείπωτη λαχτάρα πλημμυρίζει,
ἀναφωνῶντας δυνατά, «Πόσον ὡραῖοι τόποι,
μὰ ὄχι τῆς Ἀγγλίας μας οἱ λόφοι!»









