Νομοτέλεια

Σήκωσα το κεφάλι μου ψηλά και χάζευα το βύθισμα του ήλιου
όπως το κάνουν όλοι με λαγνεία λυτή
φλερτάρουν τα χρώματα
σμίγουν μαζί τους
αγγίζουν το κατακόκκινό τους
χαμογελούν με σπάταλη διάθεση
αφουγκράζονται.
Το φεγγάρι του θερισμού φίλησε τον ήλιο
που σωριάστηκε
που πρόδωσε ακόμη μια φορά τη μέρα
που νυσταλέα μες τα αρώματα
-όπως και αν το δει κανείς- αντάλλαξε το χρυσό με το σκούρο.
Η νύχτα ευγνωμονούσε
τη βιασύνη του ήλιου.

Δε θέλει σοφία να καταλάβεις ότι το ένα διαδέχεται το άλλο
κι όπου η ψυχή κατοικεί μια φορά
την άλλη αδάμαστη παγιδεύεται αλλού
σε νέο ήλιο
είναι, άλλωστε, μια νομοτέλεια η κίνηση
μια ελευθερία.
Μάταια βασανίζεσαι να ξεχωρίσεις τη ζημιά απ΄ το κέρδος
η επόμενη ανατολή
θα φέρει πάλι φως.

Θυμός

Μην αγνοείς τον θυμό σου
και ό,τι τον ποτίζει∙ ιδίως αυτό
ψιθυρίζει η πείρα
κράτα, όμως, σημειώσεις
για τα σύννεφα που λιγοστεύουν τον ουρανό
χαμήλωσε τη φωτιά
στις λέξεις που βλασφημούν
κλείδωσε το άσοφο στόμα
στους βοριάδες που συμπαραστέκονται στη θύελλα

μάζεψε τον θυμό σου
και τον κακό σου εαυτό∙ ιδίως αυτόν
γίνε καπετάνιος του σαπιοκάραβου
μην επιτρέψεις τη θάλασσα να περάσει χωρίς νόημα
μάθε να αναπνέεις στο βυθό
-είναι μια δεξιότητα κι αυτό-
στρέψε το βλέμμα σου έξω απ΄ το παράθυρο
και δες τη χελώνα πως σέρνει το δισάκι της αργά
αν έχει ο αέρας κάτι να πει, ας μιλήσει τελευταίος.

Έφηβη όραση

Όσοι κουράζονται απ΄ τα καθημερινά
δεν ακούν το χτύπημα στο ρολόι
που ξηλώνει ανθρώπους
που ντύνονται με υφάσματα φανταχτερά
που ασελγούν στο σώμα των άλλων·
όταν ο θόρυβος του ρολογιού δεν αντέχεται πια
οι κουρασμένοι με τη θλίψη υπό μάλης
ψάχνουν στου πηγαδιού το θολό πάτο
στην αρχή αρνούνται να μπουν στο παλιατζίδικο της μνήμης
μετά τολμούν
βάλσαμο η κατάδυση
ξεντύνονται εκείνους με τα φανταχτερά ρούχα
σβήνουν βλέμματα που δαπανούν ζωή
πνίγουν τους πεθαμένους
ξεπλένουν τα λάθη στο νερό
κάτω από μια πανσέληνο
βάζουν όρια στο σκοτάδι
σκέφτονται άλλες Αλεξάνδρειες
αληθινό θαύμα
πως ενηλικιώνεται η όραση.

Καλοκαιράκι

Στην αρχή θρηνείς την άνοιξη που αγάπησες
ύστερα σου επιστρέφεται η χαρά
χαϊδεύεις τα στάρια που σηκώνουν κεφάλι
παίρνεις θάρρος στη σκιά
τραγουδάς τα κύματα
κάνεις τα μαλλιά σου κότσο
κλείνεις την αλμύρα μέσα
να μη στεγνώσει
ανοίγεσαι στον Ιούνιο

κανονίζεις μεγεθυμένο καλοκαίρι,
εμπιστεύεσαι στην άμμο τα δάχτυλά σου
φουντώνεις την αδημονία στις φλέβες σου
ανοίγεις μεντεσέδες
φοράς το περιδέραιο του μπλε
διαστέλλεσαι
υφαίνεις το ηλιόφως
-τίποτε δεν μπορεί να πάει στραβά-΄
καλοκαιράκι…