1. ΝΥΑΡΛΑΘΟΤΕΠ

Ἀπ’ τῆς Αἰγύπτου τ’ ἄδυτα, στὰ ἔσχατα φερμένος,
ὁ μαῦρος ἦρθ’ ἐξάγγελος, πού ’παν θεὸ οἱ φελλάχοι,
πρίγκηψ ἰσχνὸς καὶ σιωπηλὸς καὶ μυστικὰ ἐπαρμένος,
μὲ ἱμάτιο ὡς δείλι πορφυρό, στὸν κόσμο μπρὸς ἐστάθη.
Πλῆθος συνέῤῥεε μανιακό, τὸν λόγο του διψοῦσε,
μὰ ὡς φεῦγαν, τὰ ποὺ κήρυττε κάτι ἔκλεβ’ ἀπ’ τὴν μνήμη,
ἐνῷ τὰ ἔθνη ἐπάγωσε φριχτὴ κι’ ἀβέβαιη φήμη,
πὼς ἄγρια κτήνη τοῦ ἔγλειφαν τὰ χέρια ὡς προχωροῦσε.
Μετὰ ξέρασε ἡ θάλασσα στερηὲς καταραμένες,
τρούλλους χρυσοῦς φυκόπλεχτους ἀνέδυσαν οἱ αἰῶνες,
ῥαγίστ’ ἡ γῆ κι’ ἐσάρωσαν σελάων τρελοὶ τυφῶνες
τὶς ἀκροπόλεις τῶν θνητῶν ποὺ ἐτρέμαν κλονισμένες.
Τότε, ἄτσαλο σφυρί, χτυπᾷ στῆς μέθεξης τ’ ἀμόνι
τ’ ἄλογον χάος· κι’ ἐτίναξε στ’ ἄστρα τῆς γῆς τὴν σκόνη.

2. ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Κτήριο στὴν σκόνη, ἀσβολερό, ὁ μίτος κεῖ ὡδηγοῦσε,
στῶν λαβυρίνθων τὰ στενά, γύρω ἀπ’ τὶς ἀποβάθρες·
πλασμάτων θαλασσόφερτων ὀσμές, χύνονταν, λάθρες,
κι’ ἀχλὺ σγουρὴ κι’ ἀπόκοσμην ὁ ζέφυρος φυσοῦσε.
Στὴν ῥομβωτὴ βιτρῖνα του καπνιὰ καὶ πάχνη… ἐντὸς
βιβλίων σωροὶ ἀχνοφαίνονταν, δεντροκορμοὶ στριμμένοι
ψηλοὶ ὣς τὴν στέγη, ἐσάπιζαν· καὶ μέσα στοιβαγμένη
ἀρχαία σοφία σὲ θραύσματα, πάμφθηνος θησαυρός.
Μ’ ἔθελξε! Μπῆκα! Σήκωσα, μ’ ἀράχνες, τοῦ σωροῦ
τὸν πάνω τόμο κι’ ἔνιωθα, τὰ φύλλα ὅπως γυρνοῦσαν,
τρόμο, λέξεις ἀμφίσημες ποὺ ὑπαινιγμοὺς κρατοῦσαν
κάποιου, στοῦ μύστη τὴν ματιά, φρικώδους μυστικοῦ.
Γύρεψα νά βρω πωλητὴ μὲ πεῖρα, νὰ βοηθοῦσε,
κανεὶς… μονάχα μιᾶς φωνῆς ὁ ἀντίλαλος γελοῦσε!

3. ΑΖΑΔΩΘ – Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Διασκευὴ τοῦ ποιήματος «Azathoth»

Στὴν Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ.

«Ἀγαπητὲ Χ

Σᾶς ἀποστέλλω τὸ ὑστερινὸν ἔργον τοῦ παράφρονος ποιητοῦ, ὃ καὶ μοὶ ἀνεθέσατε πρὸς ἀποκατάστασιν. Τὸ πρᾶγμα ἦτο δύσκολον, ὁμολογῶ, διότι μανιωδῶς ἐπειράθη νὰ καταστρέψῃ τὸ χειρόγραφον μετὰ τοῦ χαρτοκόπτου. Εἰς τὴν κακὴν ὄψιν τοῦ γραπτοῦ ἐπέτεινον καὶ αἱ ἐκτιναχθεῖσαι, κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐκπυρσοκροτήσεως τοῦ πυροβόλου ὅπλου, κηλῖδες αἵματος. Μέγα κρῖμα… Ἡ, παρὰ τὸ χειρόγραφον, εὑρεθεῖσα φωτογραφία μὲ τὴν σημείωσιν: Ἐνθύμιον μικρασιατικῆς ἐκστρατείας – λάφυρον ἀπὸ τὸ τάγμα ντερβισάδων τῆς Ἰρέμ, φέρει εἰς τὸ προσκήνιον τὴν γνωστὴν ὑπόθεσιν τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ Πύλης. Ἡ ἀποτυπωθεῖσα, ἐπὶ τοῦ φωτογραφικοῦ χάρτου, στήλη εἰκάζω ὅτι ἐχαράχθη εἰς σφηνοειδῆ χεττιτικὴν γραφήν, τὸ δὲ ποιητικὸν πόνημα τοῦ αὐτόχειρος ἀποτελῇ μετάφρασιν αὐτῆς. Ἴσως εὑρισκώμεθα, φίλτατε, πρὸ συνταρακτικῶν ἀποκαλύψεων, ὅθεν ἀπαιτεῖται νὰ τηρηθῇ ἄκρα μυστικότης. Τὸ κοινὸν ἂς συνεχίσῃ νὰ πιστεύῃ εἰς τόν, περὶ ἀναιμάκτου παραδόσεως τῆς Θεσσαλονίκης, μῦθον. Ἂς μὴ μάθῃ ποτὲ διὰ τὴν μυστικὴν μάχην, ἣν ἔδωκεν ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς κατὰ τῆς φρουρᾶς τῶν φανατικῶν δερβίσηδων, πρὸς κατάληψιν τῶν τρομερῶν Κήπων τοῦ πασᾶ καὶ τῆς, ἐντὸς αὐτῶν εὑρισκομένης, ἐνεργοῦ Πύλης. Ἄνοιξις… ὁ τόπος λουλουδίζει καὶ ἡ νεκρὰ γῆ ἀνίσταται, φίλε μου, καθὼς αἱ γερμανικαὶ ἑρπύστριαι πατοῦν πλέον ἐπὶ ἐδάφους ἑλληνικοῦ. Ὅμως μικρὰν σημασίαν ἔχουν τὰ τοῦ κόσμου τούτου. Γρηγορεῖτε!

Καὶ τοὔνομα τοῦ ὄντος Ἀζατώθ;

Στὸ ἐξώτατο / κενὸ μ’ ἔφερ’ ὁ δαίμων·
προσπεράσαμε / τὸ Πᾶν κεκοσμημένον,
στὰ πυριφλεγῆ, / πετῶντας, ἀστροσμήνη,
ἐκεῖ ποὺ χρόνος / καὶ ὕλη δὲν ἁπλώνουν,
τὸ χάος μόνον, / ἄπλαστο… δίχως χῶρο.
Κεῖ στὸ ἔρεβος, / ὁ κύριος τῶν πάντων
ὁ τιτάνιος, / μ’ ὀργὴ ψελλίζει ὅσα
ὀνειρεύτηκε / κι ἀνέγνωρα τοῦ ἐμεῖναν·
καὶ πέριξ αὐτοῦ / ὄντα σὰν νυχτερίδες
μὲ ῥευστὲς μορφές, / πετοῦν κι ἀδέξια πέφτουν
σ’ ἀνόητες δῖνες, / ποὺ φῶτα ἀναρριπίζουν.
Τρελὰ χορεύουν / στ’ ὀξύηχο μοιρολόγι
ῥαγισμένου αὐλοῦ / ποὺ τὸν γραπώνουν νύχια
πέλματος φριχτοῦ· / ἐκεῖθεν ἀναβλύζουν
κύματα τυφλά, / ποὺ οἱ τυχαῖες ῥοές των,
σὰν ὑφαίνονται, / γεννοῦν κ’ εὐθὺς σφραγίζουν
τοῦ κάθ’ εὐθραύστου / κόσμου τὸν στέρεο νόμο.
«Ἄγγελος εἰμὶ / αὐτοῦ» εἶπεν ὁ δαίμων
ἐνῶ χτύπησε, / βαθιὰ περιφρονῶντας
τὸν αὐθέντη του, / τὴν κεφαλὴν τοῦ ὄντος.

ΥΓ: Ἡ νὺξ καθ’ ἣν ὁ φέρελπις λογοτέχνης ἐθέρισε τὸν στάχυν τῆς ζωῆς του, ἑορτάζεται ὑπὸ τῶν Φραγκολατίνων ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν ἀποκρυφιστῶν (σᾶς τὸ τονίζω) ὡς βαλπουργεία…»

4. ΟΙ ΚΗΠΟΙ ΤΟΥ ΓΙΝ

Στὴν Ἄρτεμιν Ἄντ.

Πέρ’ ἀπ’ αὐτὸ τὸ τεῖχος ποὺ ἡ ἀρχαία λιθοδεσιά του
σὲ πύργους βρυοπερίκλειστους τὸν οὐρανὸ ἀνεβαίνει,
θά ’ναι ὅλο κῆποι σκαλωτοί, μὲ ἄνθια πλουτισμένοι,
μὲ πεταλοῦδες, μέλισσες, πουλιά, στὸ πέταγμά τους.

Θά ’ναι μέσα περίπατοι, κι’ ἁψιδωτὰ γιοφύρια
λωτῶν λιμνοῦλες θὰ περνοῦν, θερμές, ποὺ καθρεφτίζουν
ναῶν μαρκίζες· κερασιὲς μ’ ἁβρὰ κλαδιὰ καὶ φύλλα
κόντρα στὸν ῥόδινο οὐρανὸ ποὺ ἐρῳδιοὶ φτερίζουν.

Θά ’ν’ ὅλα ἐκεῖ, ὅτι ὄνειρα παληὰ ξάφνου πλαταίνουν
πύλη πρὸς τὸν λαβύρινθο τῶν λίθινων φανῶν,
ποὺ ῥέμματα νωχελικὰ στριφτὲς πορεῖες μακραίνουν,
χτενίζοντας χλωροὺς κισσοὺς γερμένων κλωναριῶν.

Τάχυνα – Μὰ ὡς ὑψώθη μπρὸς μέγα, στοιχειωτικὸ
τὸ τεῖχος, δὲν ὑπῆρχε πειὰ ἡ πύλη νὰ διαβῶ.

5. ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Κάθ’ ἔτος, στὴν νοσταλγικὴ τοῦ φθινοπώρου λάμψι,
φτεροδιαβαίνουν τὰ πουλιὰ τὴν ὠκεάνεια ἐρμιά,
κρώζοντας, τιτιβίζοντας μὲ βιάση χαροποιά,
νὰ βροῦν μιὰ γῆ ποὺ οἱ μέσαθε θύμησες ἔχουν γράψει.

Μεγάλοι κῆποι σκαλωτοὶ μὲ τ’ ἄνθη τὰ ζωηρά τους,
καὶ μάνγκο πεντανόστιμα σ’ ἀράδες νὰ μεστώνουν,
κι’ ἄλση ναῶν ποὺ οἱ κλῶνοι τους πλέκονται κι’ ἁψιδώνουν
στράτες σκιερές – τοῦτα θωροῦν στὰ θολερὰ ὄνειρά τους.

Σημάδια τῆς παληᾶς ἀκτῆς στὰ πέλαγα γυρεύουν –
τὴν πόλι τὴν ἀγέρωχη, λευκὴ καὶ πυργωτή –
μὰ ὅλο νερένιαν ἔκτασι ξανοίγουν ἀδειανή,
κι’ ἔτσι γιὰ ἀκόμη μιὰ φορὰ στρέφονται κι’ ἀλαργεύουν.

Ὅμως στὰ βένθη π’ ἀποικοῦν πλήθη ἀνεγνώρων κοραλλιῶν,
οἱ ἀρχαῖοι πύργοι νοσταλγοῦν τ’ ἄληστον ᾆσμα τῶν πουλιῶν.

6. ΠΡΟΣΜΟΝΗ

Ἄγνωστο κάποια πράγματα γιατί μοῦ ἀφήνουν μία
αἴσθησι πὼς θὰ ἐκδηλωθοῦν θαύματ’ ἀγνώρου βύθους,
ἢ μιᾶς ῥωγμῆς ποὺ διέῤῥηξε τοῦ ὁρίζοντος τοὺς τοίχους
πρὸς κόσμους ποὺ μόνον θεῶν ἁρμόζουν νά ’ναι οἰκία.

Εἶναι μιὰ προσμονὴ ἀσαφὴς ποὺ κόβει τὴν ἀνάσα
ὅπως σ’ ἀρχαῖες τρανὲς πομπὲς π’ ἀνακαλῶ θολά,
ἢ σ’ ἄγριες περιπέτειες, βιωμένες νοερά,
μ’ ἔκστασι πλήρεις, ῥεμβασμοὺς ποὺ λεύτερα καλπάσαν.

Βρίσκεται σὲ λιογέρματα, κτηρίων παράξενες κορφές,
παληὰ χωριά, τόπους δασῶν, λειβάδια μὲς σ’ ὁμῖχλες,
νοτιές, λοφίσκους, θάλασσες, ὁλόφωτες πολίχνες,
κήπους παληούς, τραγούδι’ ἀχνὰ καὶ στῆς σελήνης τὶς φωτιές.

Κι’ ἐνῷ τὸ δέλεαρ αὐτῆς ἀρκεῖ ν’ ἀξίζῃ ἡ ζωή,
δὲν εἶν’ ὀφέλ’ ἢ μαντεψιὲς σὰν δίνεται τί ὑπονοεῖ.

7. Η ΑΥΛΗ

Ἡ πολιτεία ἤτανε ποὺ ἐγνώρισα παληά,
ἡ ἀρχαία πόλις ἡ λεπρὴ ὅπου μιγάδων στίφη
ψέλνουν σ’ ἀλλόκοτους θεούς, βλαστήμων γκόνγκ κροῦν ἦχοι
σ’ ὑπόγειες κρύπτες στῆς ἀκτῆς τ’ ἀκάθαρτα στενά.

Τὰ σάπια σπίτια μοχθηρὰ μὲ βλέμμα κρύο κοιτοῦσαν
κεῖθε ποὺ μισοζώντανα γέρναν καὶ μεθυσμένα,
πατῶντας μέσ’ ἀπ’ τὶς βρωμιὲς τὴν πύλη πλέον περνοῦσα
στὴν μαύρη αὐλὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος θὰ πρόσμενεν ἐμένα.

Τοῖχοι μ’ ἐζῶσαν σκοτεινοὶ κι’ «ἀνάθεμα» εἶπα «στράτα
ποὺ μ’ ἔῤῥιξες στὴν ἄθλια τούτη σφηκοφωληά»,
σὰν ξάφνου ἀστράψαν γύρω μου παράθυρα πολλά
μὲς στ’ ἄγριον φῶς, μὲ χορευτὲς ἀσφυχτικὰ γεμᾶτα.

Τρελό, ξεφάντι ἀθόρυβο σερνάμενων νεκρῶν –
Δίχως χέρια στοὺς ὤμους των καὶ ἄνευ κεφαλῶν!

8. ΑΣΤΡΙΚΟΙ ΑΝΕΜΟΙ

Εἶν’ ὥρα στοῦ λυκόφωτος τὴν θολερὴ βεντάλια,
πειότερο τὸ φθινόπωρο, ποὺ ἀπ’ τ’ ἄστρα κατεβαίνει
ἄνεμος στὶς λοφοκορφὲς κι’ ὁδοὺς ἔρμες διαβαίνει,
σὰν καῖν σὲ κάμαρες ζεστὲς τὰ πρῶτα λαμπογυάλια.

Τὰ φύλλα στροβιλίζονται παράξενα, φανταστικά,
μὲ χάρι ἐξώκοσμη ὁ καπνὸς βγαίνει στριφογυρνῶντας,
γεωμετρίες ἀπ’ τὸ βαθὺ διάστημ’ ἀκλουθῶντας,
μέσ’ ἀπ’ ὁμῖχλες νοτινὲς ὁ Φομαλὼ κρυφοκοιτᾷ.

Οἱ ὀνειροπόλοι ποιητὲς τὴν ὥρ’ αὐτὴ γνωρίζουν
τί μύκητες βλασταίνουν στὸν Γιογκόθ, τί εὐωδιὲς
κι’ ἀνθῶν χρώματ’ ἁπλώνονται στοῦ Νίθον τὶς στερηές,
ποὺ στοὺς φτωχοὺς κήπους τῆς γῆς παρόμοια δὲν ἀνθίζουν.

Ὅμως γιὰ κάθε ὄνειρο ποὺ ἀπ’ τ’ ἄστρα γεφυρώνουν,
ἀπ’ τὰ δικά μας δώδεκα οἱ ἀνέμοι αὐτοὶ σαρώνουν.

9. ΕΣΠΕΡΙΑ

Τὸ δείλι τὸ χειμέριο, φλόγα πίσω ἀπ’ ὀξεῖες σκεπὲς
καὶ καμινάδες ξέχωρ’ ἀπ’ τὴν γκρίζα τούτη σφαῖρα,
ἀνοίγει πύλες διάπλατες χρόνου ἀπ’ τὴν μνήμη πέρα
μὲ μεγαλεῖα ἀλλοτινὰ κι’ ἐπιθυμίες θεϊκές.

Θαύματα προσδοκώμενα καῖν στὶς βαθειὲς κεῖνες φωτιές,
γεμᾶτα περιπέτεια κι’ ὄχι ἄσπιλ’ ἀπὸ τρόμο·
σφιγγῶν ἀράδ’ ἁπλώνεται, καθάριο δείχνει δρόμο
πρὸς πυργοτείχη ποὺ δονοῦν νότες λυρῶν ἀλαργινές.

Ἡ γῆ ’ναι ποὺ τὸ νόημα τῆς ὀμορφιᾶς θάλλει λαμπρόν·
ἐκεῖ ποὺ κάθε ὀρφανὴ ἀνάμνησι πηγάζει,
ἐκεῖ ποὺ ὁ μέγας ποταμὸς Χρόνος πορεία χαράζει
καὶ πλέει στ’ ἀχανὲς κενὸ μ’ ἀστρόφωτες ῥοὲς ὡρῶν.

Στ’ ὄνειρο τὴν ζυγώνουμε – Μὰ γνῶσις παλαιὰ θρυλεῖ:
Τοὺς δρόμους της δὲν λέρωσε, ποτέ, περπατησιὰ θνητή.

10. Ο ΠΑΛΑΙΟΣ ΦΑΡΟΣ

Στὸ Λένγκ, ὅπου βραχοκορφὲς ὑψώνοντ’ ἄγριες καὶ γυμνὲς
πρὸς ἄστρη κρύα ποὺ ἀμυδρὰ ματιὰ θνητοῦ ζυγώνει,
τινάζεται τὸ σύθαμπο μιὰ φωτοδέσμη μόνη,
ποὺ στὶς κυανὲς ἀχτῖδες της κλαῖν οἱ βοσκοὶ μὲ προσευχές.

(Ἂν καὶ οὐδεὶς εὑρέθη ἐκεῖ) Θρυλοῦν πὼς ἀναβλύζει
ἀπὸ ἑνὸς φάρου τὴν πηγὴ πάνω σὲ πύργο λιθινό,
κεῖ ὅπου ὁ στερνὸς Παληὸς ἔρμος ὑπάρχει στὸν καιρό,
καὶ πρὸς τὸ Χάος ὁμιλεῖ κάθε ποὺ τυμπανίζει.

Τὸ Πλάσμα, λὲν ψιθυριστά, μάσκα μεταξωτὴ φορεῖ
κίτρινη, ποὺ οἱ ἀλλόκοτες πτυχὲς νὰ κρύβουν μοιάζει
πρόσωπον ἐξωχθόνιον, ἂν καὶ οὐδεὶς τολμᾷ νὰ εἰπῇ
ποιὰ τὰ χαρακτηριστικά, ποὺ ἀνάγλυφ’ ἀπεικάζει.

Πολλοί, στ’ ἀνθρώπου τὴν αὐγήν, ἐγύρεψαν τὴν λάμψι,
ὅμως τὸ τὶ ἀνακάλυψαν, οὐδεὶς ποτὲ θὰ μάθῃ.

11. ΤΟ ΦΥΛΑΚΙΟ

Ὅταν πειὰ στ’ ὠχρὸ τὸ ῥέμμα ἡ σπερνὴ δροσιὰ κοιμᾶται
καὶ στοιχειώνουνε οἱ ἥσκιοι τῶν ζουγκλῶν τὰ μονοπάτια,
φλογωμένα λαμποφέγγουν τῆς Ζιμπάμπουε τὰ παλάτια
γιὰ ἕναν βασιληὰ μεγάλο ποὺ νὰ ὀνειρευτῇ φοβᾶται.

Ὅτι μοναχὰ ἐκεῖνος μὲς στὰ σμάρια τῶν ἀνθρώπων
τὸν ἑρπετοδιώχτη βάλτο διέσχισε τσαλαβουτῶντας·
καὶ μὲ τοῦ ἡλίου τὸ γέρμα καταντίκρυ πολεμῶντας,
σὲ σαβάνας ὄχθη ἐβγῆκε στὸν ἀντίπερα τὸν τόπον.

Τόπο ποὺ πρὶν ἄλλα μάτια δὲν τὸν εἴχανε ξανοίξει
καθὼς δόθη στοὺς ἀνθρώπους τῶν ματιῶν ἡ χάρι κι’ εἶδαν-
ὅμως κεῖ, ὅταν ἡ νύχτα ἤπιε τὴν στερνὴ λιαχτῖδαν,
τὴν κρυψῶνα τοῦ Ἀρχαίου Μυστικοῦ ’χε ἀνακαλύψει.

Ἔστεκαν πυργίσκοι ἀνοίκειοι παραπέρ’ ἀπ’ τὴν ἁπλάδα,
καὶ τειχιὰ καὶ προμαχῶνες ὡς κατάσπαρτοι περζῶναν
τοὺς ἀλαργινοὺς τοὺς τρούλλους ποὺ τὸ ἔδαφος λερῶναν
μὲ λεπροὺς μύκητες ὅμοιοι στοῦ ἀποβρόχου τὴν μουντάδα.

Ἕν’ ἀπρόθυμο φεγγάρι σφάδαζε ψηλὰ νὰ λάμψῃ
πάνω ἀπὸ πεδία ὅπου οἶκος τῆς ζωῆς δὲν χώρει·
κι’ ὡς χλωμόφεγγε μακρόθε τρούλλων καὶ πυργῶν τὸ θώρι,
μοχτηροὺς καὶ περικλείστους τοὺς εἶχ’ ὅλους διαγράψει.

Τότε αὐτὸς ποὺ πιλαλοῦσε νηὸ ἀγόρι στὰ μικρᾶτα
μὲς σ’ ἐρείπια κισσωμένα μὲ ἀποκοτιὰ γεμᾶτο,
ἀναῤῥίγησε στὴν θέα- κι’ ὅ,τι ἁπλώνετο ἐδῶ κάτω
χάλασμα νεκρὸ δὲν ἦταν ποὺ ἀνθρώπου χέρι ἐκράτα.

Ἐξωανθρώπινες φιγοῦρες, καί φαντὲς καί μαντευμένες,
γόνοι ὅπου μισοστέρηοι, μισοαιθέριοι ἐπῳαστῆκαν,
’πὸ ἄναστρα κενὰ ποὺ ἐχαῖναν οὐρανόθε ἀφροχυθῆκαν
κάτω, στῶν ἄδειων τειχῶν τους τὶς αὐλὲς τὶς μιασμένες.

Καὶ πρὸς τὰ κενὰ ἀπ’ τὴν ζώνη τὴν μιαρὴ τῆς τρέλας πέραν
ἄμορφες ὀρδὲς νὰ φύγουν ζοφερὰ ἀφροχειλίσαν,
τῶν ἀχνῶν νυχιῶν τους φόρτος τὰ ναυάγια ποὺ ἐσυλῆσαν
ἀπὸ πράγματα ποὺ ἀνθρῶποι ὠνειρεύτηκαν καὶ ξέραν.

Οἱ Ἁλιεῖς εἶν’ οἱ ἀρχαῖοι, τὸ Ἐξώτερο ἡ φωληά τους-
δὲν φηγήθη ὁ ἀρχιερέας, μέσ’ ἀπ’ τῶν θρυλῶν τοὺς δρόμους,
τὸ πῶς γύρεψαν καὶ ηὗραν τοῦ παληοῦ καιροῦ τοὺς κόσμους,
κι’ ἅρπαξαν, ἄνομη λεία, ὅ,τι ὠρέχθη ἡ ματιά τους;

Τὰ κρυφά, τρομοζωσμένα τὰ φυλάκια τους κλωσσᾶνε
πάνω σὲ μυριάδες κόσμους ποὺ στὸ σύμπαν κατοικοῦνε·
καὶ σὲ κάθε ζῶσα ῥάτσα μόνο ἀπέχθεια προκαλοῦνε,
ὅμως μὲς στὴν μοναξιά τους πάντ’ ἀλώβητοι περνᾶνε.

Ἀπὸ φρίκην ἱδρωμένος, ὁ θεατὴς ἀργοδιαβαίνει
τὸν ἑρπετοδιώχτη βάλτο πάλι πίσω νὰ γυρίσῃ,
ἔτσι ὥστε νὰ πλαγιάζῃ, ἥλιος νηὸς πριχοῦ ν’ αὐγίσῃ,
ἀσφαλὴς μὲς στὰ παλάτια ποὺ γιὰ ὕπνο κλινογέρνει.

Δὲν τὸν πρόσεξαν νὰ φεύγῃ, ἢ μὲ τὴν αὐγὴ νὰ ὁρίζῃ,
μήτε στὴν γυμνή του σάρκα ἔμεινε κάποιο σημάδι
ἀπ’ ὅ,τι εἶχεν ἀνταμώσει στὸ κατάρατο σκοτάδι-
ὅμως πλέον κάθε γαλήνη μὲς στὸν ὕπνο του σκορπίζει.

Ὅταν πειὰ στ’ ὠχρὸ τὸ ῥέμμα ἡ σπερνὴ δροσιὰ κοιμᾶται
καὶ στοιχειώνουνε οἱ ἥσκιοι τῶν ζουγκλῶν τὰ μονοπάτια,
φλογωμένα λαμποφέγγουν τῆς Ζιμπάμπουε τὰ παλάτια
γιὰ ἕναν βασιληὰ μεγάλο ποὺ νὰ ὀνειρευτῇ φοβᾶται.

12. ΝΑΘΙΚΑΝΑ

Ἦταν στὸ ἁπαλόχροο περβόλι τῆς Ζαΐδος·
μέσα στοὺς ὁμιχλόσκεπους τοὺς κήπους τῆς Ζαΐδος,
κεῖ ὅπου ἀνθίζει ὁ λευκὸς ἀνθὸς τῆς νεφαλότης,
ὁ εὐώδης τῆς μεσονυχτιᾶς ὁ ἀγγελιοφόρος.
Ἐκεῖ κοιμοῦνται ἀσάλευτες οἱ λίμνες τοῦ κρυστάλλου,
καὶ ῥυάκια ὅπου ἀργοκυλοῦν δίχως νὰ κελαρύζουν·
ῥυάκια γαληνόῤῥοα ἀπ’ τὲς σπηληὲς τοῦ Κάθος
ποὺ συλλογιοῦνται πνεύματα πρᾶα τῆς ἀμφιλύκης.
Καὶ τῶν λιμνῶν καὶ ῥυακιῶν τὲς ὄχθες καμαρώνουν
γιοφύρια ἀπ’ ἀλάβαστρο καθάριο καμωμένα,
λευκὰ γιοφύρια ὅλα τους πιδέξια λαξεμμένα
μ’ ἀπεικονίσεις νεραϊδῶν καὶ μὲ μορφὲς δαιμόνων.
Πλανῆτες κι’ ἥλιοι ἀνοίκειοι δῶ πέρα λαμπυρίζουν,
κι’ ἀνοίκειος τοῦ Βανάπιδος φαντάζει ὁ μηνίσκος
ποὺ πέρ’ ἀπ’ τοὺς κισσόπλεχτους δύει τοὺς προμαχῶνες
κεῖ ὅπου κατακάθεται τοῦ δειλινοῦ ἡ σκόνη.
Ἐδῶ τοῦ Γυάμπον οἱ λευκοὶ ἀτμοὶ ποὺ κατεβαίνουν,
κι’ ἐδῶ μὲς στῶν λευκῶν ἀτμῶν τὲς ἀνεμόῤῥοες δῖνες
ἦταν ὅπου ἀντίκρυσα τὴν θεία Ναθικάνα·
τὴν Ναθικάνα ζάλευκη κι’ ἀνθοστεφανωμένη,
τὴν Ναθικάνα λυγερὴ καὶ σκοτεινομαλλοῦσα,
τὴν Ναθικάνα ἀλ’κόχειλη καὶ δαμασκηνομμάτα,
τὴν Ναθικάνα ὁλόγλυκεια καὶ ἀργυρολαλοῦσα,
τὴν Ναθικάνα λατρευτὴ κι’ ἀχνοχρωμοντυμένη.
Καὶ ἦταν μου ἀείποτες ἡ πολυαγαπημένη,
ἀπὸ καιροὺς ποὺ ἀποίητος ὁ Χρόνος δὲν κυλοῦσε,
ἀπὸ μέρες ποὺ ἀποίητα τ’ ἄστρη δὲν λαμποφέγγαν
κι’ ὅλα ἦσαν ἀποίητα, ὅλα ἐκτὸς τοῦ Γυάμπον.
Κι’ ἐδῶ ἦταν ποὺ οἰκούσαμε παντοτινὰ στὸ πάντα,
ἐμεῖς τὰ ἀπονήρευτα τὰ τέκνα τῆς Ζαΐδος,
σὲ μονοπάτια ἀνέμελοι καὶ φυλλωσιῶν ἁψῖδες,
τῆς νεφαλότης τ’ ἅγιανθος λευκοστεφανωμένοι.
Πόσες φορὲς δὲν πλεύσαμε μέσα στὴν ἀμφιλύκη
πάνω ἀπὸ ἀνθοσκέπαστες λοφοπλαγιές, λειβάδια
κάτασπρα μὲ στρωσίδι τους τὸ ταπεινὸ ἀστάλθον,
τὸ ταπεινὸ ἀλλ’ ἔμμορφο συνάμα τὸ ἀστάλθον,
κι’ εἰς κόσμ’ ὠνειρευτήκαμε μ’ ὀνείρεμμα φτειασμένον
ὄνειρα ὡραιότερα κι’ ἀπ’ τὴν Ἐδὲμ ἀκόμα
ζωηρὰ κι’ ἀληθινώτερα τῆς λογικῆς ἀκόμα!
Ἔτσι κυλοῦσαν οἱ καιροί, μὲ ὄνειρα κι’ ἀγάπη,
ὥσπου ἦρθεν ἡ κατάρατη ἡ ἐποχὴ τοῦ Ζάννιν,
ἡ δαιμονοκατάρατη ἡ ἐποχὴ τοῦ Ζάννιν·
ὅταν κόκκινοι ἔλαμψαν οἱ ἥλιοι κι’ οἱ πλανῆτες,
κόκκινος τοῦ Βανάπιδος λαμπύρισε ὁ μηνίσκος,
καὶ κόκκινοι κατέβαιναν πειὰ οἱ ἀτμοὶ τοῦ Γυάμπον.
Κατόπιν ἐκοκκίνησαν οἱ ἀνθοὶ καὶ τὰ ῥυάκια
κι’ οἱ λίμνες ὅπου ἁπλώνονται κάτω ἀπὸ τὰ γιοφύρια,
μέχρι ποὺ κι’ ὁ ἀκίνητος ἀλάβαστρος καὶ κεῖνος
ῥόδινος ἐφωσφόριζε κι’ ἀφύσικ’ ἀνακλοῦσε
ὥσπου ὅλα τὰ λαξεύματα, δαίμονες καὶ νεράϊδες,
λαγνοκοιτοῦσαν κόκκινα ἀπ’ τὰ ἡσκιωμένα πλαίσια.
Πειὰ ἡ ὅρασίς μου κόκκινη, καὶ ἀποτρελαμένος
πίσω ἀπ’ τὸ πέπλο τὸ κρουστὸ πάλεψα νὰ θωρήσω,
νὰ ἰδῶ γιὰ λίγο στὰ κλεφτὰ τὴν θεία Ναθικάνα·
τὴν ἄσπιλη, λευκόδερμη γιὰ πάντα Ναθικάνα·
τὴν λατρεμμένη, ἀνάλλαγη στὸν χρόνο Ναθικάνα.
Ὅμως στροβιλιζόμενος στῆς τρέλας μου τὴν δίνη
ἡ ὅρασίς μου ἐθόλωσε μὲς στὸν σκληρό της μόχθο,
ἡ ὅρασίς μου ἡ κόκκινη κι’ ἀναθεματισμένη,
καὶ μοῦ ’χτισε νὰ θεωρῶ ἕναν καινούργιο κόσμο·
καινούργιο κόσμο ποὺ ἔγεμε σκότους καὶ κοκκινίλας,
ἕνα κῶμα φρικιαστικὸν ὅπου καλεῖται βίος.
Πλέον ἐντὸς τοῦ κώματος ὅπου καλεῖται βίος
τὰ φωτεινὰ φαντάσματα τῆς ἐμμορφιᾶς βιγλίζω·
τὰ ψεύτικα φαντάσματα τῆς ἐμμορφιᾶς, τὰ κούφια
ποὺ ὅλα τοῦ Ζάννιν τὰ κακὰ μέσα τους πεπλοκρύβουν.
Μ’ ἀστείρευτη καὶ μ’ ἄπειρη λαχτάρα τὰ βιγλίζω,
τόσ’ ὅμοια μοῦ φαντάζουνε μὲ τὴν ἀγαπημένη,
καλλίγραμμα καὶ ποθητὰ σὰν τὴν ἀγαπημένη,
ὅμως λερὸ στὰ μάτια τους ἀστράφτει τὸ κακό τους·
τὸ ἀνελεημόνητο καὶ βάναυσο κακό τους,
κακὸ πολὺ περσσότερον ἀπ’ τῶν Θάφορν καὶ Λάτγκοζ,
ἀῤῥωστημένο δυὸ φορές, ὅτι στὸ κάλλος κρύφθη.
Καὶ μόνο στῆς μεσονυχτιᾶς τὴν ὥρα ὅταν κοιμοῦμαι
ἡ Ναθικάνα φαίνεται, ἡ ἀφανισμένη κόρη,
ἡ Ναθικάνα ἡ ἄσπιλη, τὸ ζάλευκό της θώρι,
ποὺ εἰς μιὰ ματιὰ τοῦ ὀνειρευτῆ χάνεται, ξεθωριάζει.
Ξανὰ καὶ πάλι τὴν ζητῶ κι’ ἄπαυτα τὴν γυρεύω·
πλαθοτικὰ βαριὰ πιοτὰ πλέον μὲ συντροφεύουν,
βαριὰ ὅπου ἐζυμώθησαν μὲ οἶνο τῆς Ἀστάρτης
καὶ μὲ ὀδυρμῶν πολύχρονων τὸ δάκρυ ἐνισχυμένα.
Πόσο ποθῶ καὶ νοσταλγῶ τοὺς κήπους τῆς Ζαΐδος·
τὸ ἔμμορφο χαμένο μου περβόλι τῆς Ζαΐδος
κεῖ ὅπου ἀνθίζει ὁ λευκὸς ἀνθὸς τῆς νεφαλότης,
ὁ εὐώδης τῆς μεσονυχτιᾶς ὁ ἀγγελιοφόρος.
Τὸ τελευταῖο δραστικὸ πιοτὸ παρασκευάζω,
ἕνα πιοτὸ ποὺ οἱ δαίμονες πολὺ τὸ κάνουν κέφι,
πιοτὸ ποὺ θ’ ἀποδιώξῃ εὐθὺς ὅλη τὴν κοκκινίλα·
τὸ κῶμα τὸ φρικιαστικὸν ὅπου καλεῖται βίος.
Σύντομα, πολὺ σύντομα, ἡ ζύμωσι ἂν πετύχῃ,
ἡ κοκκινίλα θὰ χαθῇ κι’ ἡ τρέλα θὰ ἐκλείψῃ,
στοῦ σκωληκοπολυάνθρωπου τοῦ σκοταδιοῦ τὰ βύθη
οἱ ποταπὲς οἱ ἅλυσες ποὺ μ’ ἔδεναν θὰ λειώσουν.
Καὶ πάλι ὅπως ἀλλοτινὰ οἱ κῆποι τῆς Ζαΐδος
λευκοὶ θ’ αὐγίσουν στῶν ματιῶν τὴν χρόνια μου τυράγνια,
κι’ ἐκεῖ μὲ τοὺς λευκοὺς ἀτμοὺς τοῦ Γυάμπον τυλιγμένη
ἀντίκρυ μου θὰ στέκεται ἡ θεία Ναθικάνα·
ἡ Ναθικάνα ἡ ἄφθαρτη κι’ ἀποκατεστημένη
ποὺ ὁ βίος δὲν ἐγνώρισεν ἴση καὶ ὅμοιά της.

13. Ο ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Τὸ πλάσμα, εἶπε, θὰ φανῇ στὶς τρεῖς τὴ νύχτα ἐκείνη
μέσ’ ἀπὸ τῆς λοφοπλαγιᾶς τ’ ἀρχαῖο κοιμητήρι·
μὰ ὡς κούρνιαζα στῶν δρυόξυλων τ’ ἀκμαῖο λαμποπύρι,
τὸν ἑαυτό μου ὡρμήνευα δὲν δύνεται νὰ γίνῃ.

Σαφῶς, ἐστοχαζόμουν το, ἀστεϊσμὸ σκαρώνει
κάποιος ποὺ εἶν’ ἀδύνατον στ’ ἀλήθεια νὰ κατέχῃ
τὸ παλαιὸ τὸ σύμβολον, ἐκ τοῦ καιροῦ τὰ βένθη,
ποὺ τὶς ψηλαφιστὲς μορφὲς τοῦ σκότους λευτερώνει.

Δὲν τὸ ἐννοοῦσε σοβαρά -δέν- μ’ ἄναψα ἕν’ ἀκόμη
λυχνάρι ὡς ἀνηφόριζεν ὁ ἀστροφόρος Λέων
ἀπὸ τὸν Σήνκοκ ποταμό, κι’ ἔκρουε καμπάνα πλέον
ἡ ὥρα τρεῖς – καὶ ἡ φωτιὰ σιγόσβηνε, ἀποσώνει.

Τότε κάτι στὴν πόρτα μου κροτάλισε μὲ προσοχή –
κι’ ὡς φλόγ’ ἀκέρηο μ’ ἔφαγεν ἡ ἀλήθεια ἡ φρικιαστική!

14. Ο ΛΥΧΝΟΣ

Σὲ γκρεμοὺς κουφαλιασμένους βρέθη ὁ λύχνος πού ’χαν σῆμα
λαξευτό, κι’ ἱερεὺς Θηβαῖος δὲν θὰ μπόρειε νὰ ὁρμηνέψῃ,
κι’ ἱερογλυφικὰ στὰ σπήληα ν’ ἀποπνέουν τρόμου κῦμα
κι’ ἀποτρέπαν κάθε πλάσμα ποὺ ἡ γῆς ἔχει ἀναθρέψει.

Κάτι ἄλλο δὲν εὑρέθη – πλὴν τοῦ μπρούντζινου δοχείου
μὲ παράξενου ἐλαίου ἴχνη ἐντός του ν’ ἀπομένουν·
σκαλιστὸ μ’ ἕλικα γύρω κάποιου ἀσαφοῦς σχεδίου,
καὶ μυστήριαν ἁμαρτία σύμβολα ν’ ἀχνοϋφαίνουν.

Οἱ σαράντα αἰώνων φόβοι δὲν ἐκόψαν τὴν ὁρμή μας,
μὲ τὴν πενιχρή μας λεία καθὼς φεύγαμεν ὁμάδι,
κι’ ὡς ξετάσαμε τὸν λύχνο μὲς στὴν σκοτεινὴ σκηνή μας
ῥίξαμε σπίρτο ἀναμμένο, δοκιμή, στ’ ἀρχαῖο λάδι.

Ἀνεφλέγη – Θεέ μου! … Ὅμως γιγαντομορφὲς ποὺ ὡρίσαν
στὸ τρελό του φῶς, μὲ τρόμο τὶς ζωές μας καψαλίσαν.