Οι άνθρωποι αγαπάνε τις τελετουργίες

Πίνουν τσάι, καφέ, και αγκαλιάζονται, συχνά χωρίς να σκέφτονται σε ποια λαγούμια μας ρίχνει ο χρόνος, πόσα διαλέγει να μη λέει ο Τρελοκαπελάς και πώς αυξομειώνεται ο εαυτός μας, πιεζόμενος από τα ελατήρια της συμμόρφωσης. Αν υπήρχαν εγκάρδια αγριοβότανα, ροφήματα-πανοπλίες που σε γεμίζουν θάρρος, θα δοκιμάζαμε ευκολότερα να περπατήσουμε αγαπητικά με το τυχαίο. Συνήθως, μυθοποιούμε τις δηλώσεις, τις εκθέσεις προόδου, ρίχνοντας λάσο να αιχμαλωτίσουμε τον άλλον, έστω και στιγμιαία, με χαρωπές προτροπές επίπλαστης αισιοδοξίας: Όλοι διαφορετικοί, όλοι ίσοι, Πες κι εσύ όχι στην έμφυλη βία, Σφίξε με μωρό μου τώρα, και άλλα τέτοια. Ευτυχώς, κάπου εκεί οι Αλίκες ενηλικιώνονται και φτιάχνουν τα δικά τους φίλτρα, διαβάζοντας πάλι και πάλι το βιβλίο τους. Οι υπόλοιποι/υπόλοιπες φαντασιωνόμαστε την επιθυμία, σιγοπίνοντας γουλιά γουλιά το ζεστό μας το τσαγάκι.

*

Ο αρραβών

Η Αλίκη βρήκε γρασίδια εκεί που πήγε κι εκεί που γύρισε. Απόπασχα∙ η ελληνική επαρχία γίνεται σχεδόν χαριτωμένη, μόλις η τσίκνα και οι σούβλες αποσυρθούν απ’ το τοπίο. Καθώς περιφέρεσαι, συναντάς πρασινάδες, πασχαλιές και προβατάκια να βελάζουν. Ιδανικά, και λίγο υδάτινο στοιχείο. Σε μια μεταμοντέρνα σύγχρονη Αλίκη, σαρκαστικά και ειδυλλιακά θα μπορούσαν να ενταχθούν στο παραμύθι μια βοσκοπούλα κι ο αγαπητικός της, να τσουγκρίζουν αέναα αυγά σ’ έναν αιώνιο εορτασμό ανάστασης. Έτσι, γλιτώνουμε μια και καλή τις καταδίκες και εξασφαλίζεται καλό τέλος σε κάθε διωκόμενο ζεύγος. Η επαρχία αντέχεται, όταν κάπου σε περιμένει μια πόλη. Διαφορετικά, σαν την Αλίκη κατρακυλάς στην μαύρη τρύπα του φολκλόρ, σε μια βουκολική καρτ ποστάλ, που σου υπενθυμίζει ότι καμιά φορά όλα μπορεί να παραμείνουν πάντα ίδια – τρόμος.

 

*

 

Η Αλίκη κάνει βόλτα στο Αγρίνιο Η Αλίκη αγαπάει το Αγρίνιο. Προσπαθεί να μαντέψει τα ονόματα των δέντρων στο πάρκο Παπαστράτου, φαντάζεται γιαπωνέζικους κήπους και χρυσόψαρα να κολυμπάν σε τεχνητή λίμνη. Τα σιντριβάνια υπενθυμίζουν μια κυκλικότητα καθησυχαστική. Έξω απ’ την πόλη, φέρνει στον νου τις γυναίκες με τα τσόκαρα να μαζεύουν καπνό ξημερώματα, με μαύρα χέρια, μυρουδιές πνιγηρές, ατέλειωτες ώρες εργασίας. Το σούρουπο, η Αλίκη μπαίνει στις καπναποθήκες. Παίζει κρυφτό με τον εαυτό της από όροφο σε όροφο. Θυμάται τον Μινώταυρο. Είμαι εγώ ο Μινώταυρος, στην δική μου ιστορία, λέει. Βρέχει. Το νερό μπαίνει από τα σπασμένα τζάμια. Νέες λίμνες δακρύων. Είναι η Αλίκη που κλαίει. Όλες οι επιθυμίες τόπων και ανθρώπων προκαλούν κυματισμούς. Το φως αντανακλάται στους τοίχους. Η Αλίκη ξέρει ότι κάπου εκεί επιβιώνει μια σειρήνα, που σε εποχές ξηρασίας φορά τεχνητά πόδια και κοιτά το πέρασμα των ανθρώπων από τα μεγάλα παράθυρα. Κανείς δεν της ρίχνει μια ματιά. Τους μήνες της άπνοιας, η Αλίκη της αφήνει παγωμένα μπουκάλια με νερό. Στο Αγρίνιο ξεχνάς τον εαυτό σου. Γίνεσαι εύκολα ο κύκλωπας Κανένας. Ύστερα, φτιάχνεις ιστούς με τα γινάτια σου. Θυμάσαι όλες τις παλιές επιθυμίες. Αυτόν που δεν σε θέλει. Θα άλλαζαν τα πράγματα, αν ήξερε πως ήσουν η Αλίκη; Νωρίς το πρωί, απαριθμεί τα σιντριβάνια. Ακούει τους ήχους του νερού, μαζεύει τα σκουπίδια που πέταξαν το βράδυ οι τσιγγάνες. Μια γειτόνισσα στον τρίτο ζει, ακόμα, μόνο για να ακούει τον ήχο του νερού. Με το σταμάτημα, αρχίζει η αϋπνία. Κάποια παιδιά πιστεύουν πως τέρατα κρύβονται στις σωληνώσεις. Πιάνονται από την φούστα της μαμάς τους, τρομαγμένα. Αργά το βράδυ, η Αλίκη τρυπώνει κάτω απ’ τα κρεβάτια των ποιητών της πόλης. Εκείνων που προσπαθούν να γίνουν ποιητές. Πλέκει κοτσίδες τον θυμό τους. Στριφογυρνάνε, ξεσκεπάζονται, εκείνη τους σκεπάζει. Φοράει ρουζ και πάει στο μπαρ “Άλβεδον” για τζιν με τόνικ. Στον δρόμο, νανουρίζει τα αδέσποτα της κεντρικής πλατείας. Η σκόνη συμπεριφέρεται, όπως την εκπαιδεύσεις∙ σαν τις πόλεις.

 

*

 

Η Αλίκη ψάχνει στα κουτιά

Κάθε ανάγνωση της Αλίκης επιθυμητή. Αδυσώπητη τεκμηρίωση του χρόνου που περνάει, καθώς η μνήμη δεν σε εμπεριέχει. Αυτά είπε η Αλίκη, ξεσκονίζοντας με γνώριμη ανεμελιά την λαβυρινθώδη βιβλιοθήκη της. Κανένας πιγκουίνος, μουρμούρισε ο κούνελος ενοχλημένος, δεν χωρά σε καλοκαιρινό κήπο που ανθίζει.

 

 

***************************************************************************

 

Τριανταπέντε μικροκείμενα, όπου συνυφαίνονται εκδοχές ιστοριών και εαυτών, καθώς η Αλίκη διασταυρώνεται με συμβάντα, επιθυμίες και τόπους.
Οι Αλίκες του βιβλίου είναι οι πυγολαμπίδες μιας προσωπικής ιστορικής αφήγησης, που τέμνει το προσωπικό και το συλλογικό, δημιουργώντας διλήμματα, σχόλια θεωρίας και πράξης.
Η κάθε Αλίκη διασχίζει τον χρόνο και τις περιστάσεις, μετασχηματίζοντας την καθημερινότητα.
Μαζί της περπατάν και άλλοι ήρωες από τις ιστορίες του Carroll. Η γάτα του Τσεσάιρ, ο Τρελοκαπελάς και η κακιά Βασίλισσα. Αν κάποιος, διαρκώς, πάει να μας πάρει το κεφάλι, οι Αλίκες φτιάχνουν περάσματα και διαφυγές.

(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)