Σκόνη

Γεμίζουν οι νύχτες με τη σκόνη της αγάπης
Οι δείκτες του ρολογιού δακρύζουν
Το γυαλί δεν δείχνει χρόνο
μετρά αντίστροφα
Στο δωμάτιο δυο φιγούρες
στο πάτωμα
τυλίγουν τον έρωτα με πολύχρωμο αμπαλάζ
Το σπίτι δεν έχει πόρτες
Μόνο τέσσερα χέρια που εκλιπαρούν
Το σπίτι δεν έχει παράθυρα
μόνο τέσσερα μάτια που αγωνιούν
Το σπίτι δεν έχει ταβάνι
Τα πρόσωπα τρυπούν το σοβά
Αναχωρούν για ταξίδι
με μόνη σχεδία την προσμονή
Για κείνο το πρωί
που το φως θα αναστήσει
τον έρωτα
κι οι αυταπάτες θα λυγίσουν
σαν χάρτινοι πύργοι

Στα χέρια σου

Στα χέρια σου ο κόσμος μου είναι παιδικός.
Επαναστατεί για το ουράνιο τόξο της αθωότητάς σου.
Γεύεται το νέκταρ της δροσοπηγής
αγκαλιάζει την τρυφερότητα με την ταχύτητα του φωτός που βρέχει τα μάτια σου.
Το πρόσωπο σου πίνακας της αναγέννησης.
Ανθοστόλιστη Μούσα σ ένα παράδεισο που υπάρχει.
Με το χαμένο σου πλευρό ζεσταίνεται η γη.
Εγώ το βρήκα.
Στην χερσόνησο της ψυχής που αλητεύει η καρδιά μου
οι νύχτες δεν θρηνούν, τις μέρες παντρεύονται, μες του έρωτα τη βάρκα τον Άδη
πνίγουν.
Πλέουν στην αιωνιότητα.

Στο τρυφερό μου
Ευάκι

Στη μέση του δρόμου

Υπάρχουν κι άλλα
Φωτογραφίες πλημμυρισμένες με το φως του σκοτεινού θαλάμου.
Έφυγες και δεν άφησες τίποτα
Κι εγώ σαν να σε ξέχασα σε ‘κείνη την γωνία
Γύρισα την πλάτη μου και σκόρπισα το μέλλον
έκαψα το παρόν
τώρα ξεθάβω
κάθε στιγμή από εκείνα τα ξεθωριασμένα σου καρέ
Το ξέρω
Δεν χρειάζομαι φακούς και χάρτες
Τίποτα δεν υπάρχει
Το αδιέξοδο τέλειωσε σε κείνη την διαδρομή
Όταν όμως ψάχνω τα κομμάτια μου
λείπουν τα δικά σου.
έστω κι έτσι
χωρίς μια σπιθαμή γης
να καλύπτει τα χνάρια μου
ο δρόμος απλώνεται ορθάνοιχτος.
Θα τον διαβώ.