Carpe diem

Κάθε φορά που βλέπεις
τον ήλιο ν’ ανατέλλει
και μισοκλείνεις τα μάτια,
γιατί δεν έμαθες γυαλιά ηλίου να φοράς,
κάθε φορά που χάνεσαι στα χρώματα της δύσης
και νιώθεις να περνάς
την εποχή του κόκκινου
ή του λευκού
ή του βαθιού γαλάζιου

κάθε φορά που περπατάς στο δρόμο,
με σύννεφα ή βροχή,
κατακλυσμό ή καταχνιά
και κάνεις αναχρωματισμό
-παγκόσμια πρώτη δεν τη λες-
κι εσύ κρατάς τον ήλιο
στα όνειρά σου
ή στο αρυτίδωτό σου πρόσωπο
(ή ακόμη και ρυτιδωμένο -δεν έχει σημασία)

κάθε φορά -έστω και μια –
που απρόβλεπτα χαμογελάς
στον εαυτό σου στον καθρέφτη,
στον άνθρωπό σου,
σ΄ έναν περαστικό,
ή -τέλος πάντων- χαμογελάς
κι αν ‘ανεμόμυλοι’ ορθώνονται μπροστά σου,
μην απορείς. Aπλώς να ζήσεις θέλεις.
Αρκεί.

Μάσκα

Δε σε βλέπω
όσο κι αν επιμένεις να μου δείχνεσαι
σε κρύβει η μάσκα
σε ντύνει με το μαύρο
εκπληρώνει το θέλημα της ανωνυμίας
σου παριστάνει το πρόσωπο
-αναρωτιέμαι
τι χαμόγελο έχεις;

Δε σε γνωρίζω
όσο κι αν μου ανοίγεσαι
μυρίζει απόσταση ο αέρας σου
αντιγράφει τη φιγούρα σου
τις λεπτομέρειές σου
στήνει, βέβαια, την εικόνα σου
την πλανερή τελειότητα
ποια είναι η αλήθεια σου;

Θέλω να σε δω
να δοκιμάσω τις ρυτίδες στα χείλη σου
όχι έναν ηθοποιό σε θέατρο
με τεχνητά φτιασίδια ή πράγματα που δεν ξέρω.
Αν σε γνωρίσω με χρώματα καθαρά
και δε μ΄ αρέσεις,
δεν είναι να απελπιζόμαστε εντελώς
ν΄ απελπιζόμαστε, αν επιμένεις να φοράς τη μάσκα.

Από κοντά

Καιρός για ευελιξία
υπακούς
εφαρμογές και άλλα τέτοια εικονικά
όνειρα άχρωμα, βλέμμα θολό
προσαρμόζεσαι,
ευλαβικά στρέφεις το βλέμμα στην οθόνη
στο πάθος αντιστέκεσαι.

Και ξαφνικά, τραντάζεσαι ατίθασα
αμφισβητείς
και σε βοηθά κι η χαραμάδα στην κουρτίνα
κι ο ήλιος που εισχωρεί λυτρωτικά
αποφασίζεις,
και τότε κάνεις άλλη μια περπατησιά
Θα ΄ρθω, για να σε δω από κοντά…

Η γυναίκα καταξιώνεται μέσα από τον άντρα που τη θέλει

Το κέρδος μιας άρνησης
κέρδος δεν είναι
το φιλί στο στόμα
δεν ξελασπώνει
σέρνει κατάρα -θέλει προσοχή το φιλί-
Κασσάνδρα, μάντισσα του κακού,
εσύ που αρνείσαι τον έρωτα ενός θεού
ενός Απόλλωνα

ένα σμίξιμο, Κασσάνδρα,
-κι ας είναι άρνηση βουβή ή ηχηρή-
σε σεντόνια λαγνείας
τελετή ψεύδους
κενό αέρος
βορά σε Απόλλωνες και Αίαντες
σ΄ εκθέτει
και δίκιο να ΄χεις, κανείς δε σε πιστεύει.

Έρωτας για κάτι που δεν ήξερα

Παίρνω βαθιά αναπνοή
στο δρόμο του χρόνου
τον ξορκίζω και τον διανύω
ακολουθώ τη ρότα κόντρα στις ριπές του ανέμου
σημαδεύω παπαρούνες
ζωγραφίζω στιγμές
μια στιγμή τρέχω, την άλλη διστάζω
ποδηλατώ
ακροβατώ
ονειρεύομαι

περίεργη συμπαράσταση το φως της μέρας
κάνω πεταλιές γι΄ αλλού
-το πρώτο βήμα είναι πάντα η αρχή-
ξεχειλίζουν οι όχθες μου
εισβάλλει η ζωή μέσα μου
πισωπατούν έννοιες, δουλειές
αγουροξυπνημένη
σιωπηλή
ξεκινώ για τ΄ άβατα
παίρνω το σχήμα ενός πουλιού
κι ελπίζω σε μια θάλασσα.

Πως έρχεται η γνώση

Κάποιες φορές
οι φευγαλέες ηδονές είναι εκθαμβωτικές
τυφλώνουν
φαντάζουν «για πάντα»
και τις εμπιστεύομαι

τότε, με παρασέρνει η απόλαυση
εγκαταλείπω σκέψεις δεύτερες, αμφιβολίες και άλλα
ζω στον παράδεισο
χώρο ασφαλή και μόνιμο
που δεν του λείπει κανένα μεσημέρι
πιάνομαι από τα στιγμιότυπα ζωής
που στάζουν φως
και δεν μετρώ
δεν βλέπω κιόλας

κι έπειτα ο παράδεισος διαγράφει την κόλαση
σκούρες μέρες
χιονίζει κατακαλόκαιρο
-άμοιρος δεν είσαι ευθυνών-
βέβαια, με τον καιρό μαθαίνεις.