ΘΟΛΟ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙ

Ὑπόλευκο θολὸ μαργαριτάρι
κοσμεῖ τὸ ὄστρεον τῆς νύχτας
τὸ φεγγάρι
μὲ ἕνα φῶς ἡμίχλωμο κι’ ἀλφό
μὲ ἕνα φῶς ἐνοχικὸ καὶ θολερό
κι’ ἀναίτια ἀπολογητικό

ΣΧΑΣΙΣ

Ἡ σχάσις τῆς σελάνας
συντελεῖται
στὸν ἄδυτο πυθμένα
μιᾶς τουλίπας

ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΦΩΤΟΣΤΕΦΑΝΟ

Μακρόθεν ἀτενίζοντας
βλέπω τὰ φωτισμένα παραθύρια
τῶν ἀπειράριθμων σπιτιῶν
καὶ τὴν φωσφόρο ἄχνα τῶν λαμπῶν
τῶν ἀτελείωτων δρόμων
τῶν φωτεινῶν ἐπιγραφῶν
καὶ τῶν ἀμέτρητων καταστημάτων
βλασφήμως κι’ αὐθαιρέτως νὰ φοροῦν
καταραμένο φωτοστέφανο
στῆς πόλεως τὸ κεφάλι

ΦΩΤΩιΔΙΑ

Κρυφοκυττᾶμε ἀπ’ τὶς σχισμὲς τῆς χαραυγῆς
’κεῖ ποὺ χαράσσεται τῆς νύχτας ὁ ὑμένας
ἀσάλευτοι μ’ ἀναπνοή
μιᾶς πανσελήνου τὴν σιωπή
πίσω ἀπ’ τὴν αὔρα ποὺ πνιχτή
στριγγλίζει ἱδρῶτα κ’ αἷμα

Στραγγίζει πέτρα κι’ οὐρανὸ ἡ μεταβολή
Στάζει ῥετσίνι χάλκινο
τὸ δέρμα τῆς ἁλμύρας
Σιωπᾷ ἡ μέρα τοῦ ἐρέβους τὴν κραυγή
ὄρφνης νωπῆς τὰ λείψανα
ῥουφάει τὸ φῶς μετὰ μανίας

Καὶ γέμισαν τὰ στήθια μας μὲ λεμονιές
καὶ γέμισ’ ἡ καρδιά μας ἀρμυρίκια

Πάνω στὰ πρῶτα κύματα ἐβένινης ἁλός
καλπάζει χρῶμα τῆς αὐγῆς ἡ ψαλμῳδία
Διασπᾶται ἡ νήπια σφραγῖδα τοῦ πυρός
σκόρπια τὰ σπλάγχνα του μεθοῦν
τὸν νοῦ μὲ φωτῳδία

Κ’ ἔτσι γνωρίζουμε τὴν φλόγα ἀπ’ τὰ μέσα της
Σιγὰ – σιγὰ βραδυάζει ἡ πνοή μας
Ποτίζει μάρμαρο ὁ ἥλιος τὰ σκιάρια του
Σκάει ἡ ἀνάσα τοῦ πελάγους στὸ κορμί μας

Καὶ γέμισε τὸ βλέμμα μας μὲ κερασιές
καὶ γέμισε μὲ ῥόδα ἡ ψυχή μας

ΨΗΦΙΔΕΣ – ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ

Θραύσματα ἔναστρα καὶ μή
διασκορπισμένα ἐδῶ κ’ ἐκεῖ
ποικιλοφωτοποίκιλτα
τῆς μύχιας εὐφρόνης

Ψηφῖδες πάμφωτες καὶ διαυγεῖς
θολώδεις ἄλλοτε καὶ ἀλαμπεῖς
νεφελοχρωμοστόλιστες
τῆς μυστικῆς ἁψῖδος

Ψηφῖδες – θραύσματα σαφεῖς
ὑπαινιγμοὶ μιᾶς παρουσίας θεϊκῆς
μιᾶς διανοίας κοσμικῆς
μιᾶς ἀθανοῦς οὐσίας

Συντρίμματα ποικίλματα
καὶ ψήγματα στολίσματα
ποὺ πρέπει νὰ συλλέξουμε
καὶ νὰ τὰ συναρμόσουμε
ἐν τάξει κι’ ἁρμονίᾳ
πρὸς ὅλωσιν τοῦ σύμπαντος
διάκοσμου ἐντός μας

Καὶ εἶν’ ἐκείνη ἡ ψηφῖδα στεροπῆς
ποὺ συμπληρώνει τ’ ἀγαυό
ψηφιδωτὸ τοῦ οὐρανοῦ
Μία κουκκίδα μάρμαρο
ποὺ ὀφείλουμε νὰ βροῦμε
γιὰ νὰ καλύψῃ τὸ κενό
τοῦ αἰθερίου ρύμβου τῆς ψυχῆς μας

Μία στιγμὴ ποὺ τὴν διαπέρασε τὸ φῶς
ἕνα δάκρυ γυμνό
ποὺ λιγοστεύει ἡ θάλασσα ἐντός του