Ας ξεκινήσουμε με μια κοινοτοπία : η καλή ποίηση  αφήνει εγκαύματα. Από την πρώτη κιόλας  ανάγνωση. Ακολούθως   εξελίσσεται  σε αποτέφρωση των όσων μέχρι τώρα έζησε, σκέφτηκε, δοκίμασε και κουβάλησε  πάνω του αυτός που τη διαβάζει. Αποτέφρωση που την αισθάνεται  λυτρωτική, γιατί  «τα όμορφα  μυαλά  όμορφα καίγονται», για να παραφράσω τον τίτλο μιας παλιότερης  ταινίας του Ντραγκόγιεβιτς. Ύστερα τινάζοντας   από πάνω του στάχτες  κι αποκαΐδια, βλέπει  πάλι τη δροσιά. Βαθαίνει  η  γλώσσα  του ως εκεί που η ποίηση  σκάβει   και συναντά  το ανέγγιχτο ύδωρ.

Ας συνεχίσουμε με μια άλλη κοινοτοπία:  το ωραίο δε χρειάζεται χιλιόμετρα ύλης ή ιδέας , για  να σαρκωθεί. Του αρκεί  η ελάχιστη επικράτεια, το ένα  χιλιοστόμετρο, για να αποδείξει την εκτοπιστική  του δύναμη. Καταφέρνει    με  το σώμα νάνου να ρίχνει  σκιά  γίγαντα.

Μικρό  σε μέγεθος  και σε  περιεχόμενο  το  βιβλίο της  Ευθυμίας  Γιώσα (είθε να συνεχίσει με τέτοιες   διαστάσεις), αλλά  με σκιά γίγαντα. Όπως ακριβώς η  στεγνή μορφή  στο  εξώφυλλο,   που μοιάζει με την κορυφή  από  ένα βουνό ύπαρξης. Αν και  δε  συμπαθώ  τις ορολογίες , η ποίησή της  συνομιλεί  με το υπαρξιακό , χωρίς να μπαίνει  στο  κλουβί  μιας  υπαρξιστικής απεραντολογίας. Τα υλικά  είναι  όσο σάρκινα   κι όσο  άυλα  πρέπει. Μήτε  πόντο  παραπάνω. Και τα φαντάσματα  προτιμούν τα «οριστικά άρθρα». Σαν  μια  παραξενιά  της  μεταφυσικής  τους  καθημερινότητας  , σαν μια «εθιμοτυπική  επίσκεψη»  στο  απτό  και στο  συγκεκριμένο, που την αντέχουν  μόνο από  ανάγκη . Για  λόγους  διανυκτερεύσεως. Μέχρι  να ξημερώσει  και  να δείξουν την αληθινή χροιά της φωνής τους , «σαν  ηπειρώτικο  μοιρολόι».

Είτε πρόκειται για   πεζή μορφή  ποιημάτων   είτε    για   ποιητική  εκφορά  αφηγημάτων ( αδιάφορες πλέον τέτοιες  κατηγοριοποιήσεις ) , το  χτυποκάρδι της ποίησης ακούγεται παντού. Κυριεύει   τους άλλους ήχους   και    τους   «τραγουδοποιεί» .  Η  αφηγηματική  ροή είναι  χαλαρή , ασπόνδυλη . Γίνεται απλώς το όχημα  που βοηθά στο αναποδογύρισμα των  λέξεων  και  των  εννοιών , ώστε να  αποκαλύψουν  -πάντοτε με   έναν διακριτικό αλλά στιβαρό  τρόπο –  το  ποιητικό  τους  βάθος. Κι εκεί  που  τα «Σώματα  πτερόεντα» αφηγούνταν  με έναν τύποις  γραμμικό  τρόπο  μια πορεία  από   τη γένεση  στην αποσύνθεση, στο παρόν  βιβλίο  εγκαταλείπεται  η γραμμικότητα  και  προτάσσεται  η  τεχνική  των στιγμιότυπων . Ο   χωροχρόνος   δε στον οποίο  πραγματώνεται η αφήγηση πατάει με το ένα πόδι  στο εδώ και με το άλλο στο επέκεινα.  Η  επανάσταση   αρχίζει  από τα άστρα   και   στο   τέλος  «οι επαναστάτες  έχουν τα ονόματά μας» , θυμίζοντάς  μας  ότι  είμαστε  απλώς  μια  μικρή ουρά του σύμπαντος  κι ότι αλλού τελούνται  πρώτα τα μεγάλα  συμβάντα της ύπαρξης.

Στο  πλαίσιο  αυτό , οι τρεις μεταθανάτιοι μονόλογοι: του  Καίσαρα ,  της  Πορκίας   και   του Βρούτου  σηματοδοτούν   ένα  τρίγωνο που  περικλείει  τη χαμένη   αίγλη  , την  αφοσίωση  και  την προδοσία .  Τρία  φαντάσματα  μονολογούν   – ή  προτιμότερα  απολογούνται –    για  τα πεπραγμένα  και  τα απωθημένα  τους  , εκθέτοντας   το καθένα  τη δική του εκδοχή για  τη δολοφονία του Καίσαρα. Τρεις  θεατρικές   αποδόσεις   του ίδιου  δράματος  με κοινό στοιχείο   την  άρνηση .  Ο   Καίσαρας  στο  μεταίχμιο  της απόφασης  να διαβεί τον Ρουβίκωνα  και   έχοντας  πια επίγνωση   της  ματαιότητας  του εγχειρήματος  , αρνείται    να  αψηφήσει   τους οιωνούς της  Καλπουρνίας . Η  Πορκία   εμμονικά  προσηλωμένη  στο πάθος της  αρνείται   να το παρακάμψει  και να ξεσκεπάσει  τον αληθινό  χαρακτήρα της πράξης του Βρούτου . Ο Βρούτος , τέλος , αρνείται τον Βρούτο κι επινοεί  στη συνείδησή του, σκάβοντάς  την   βαθύτερα ,   μία άλλη βολική   ερμηνεία  της προδοσίας   του .

Από  τις όχθες του Ρουβίκωνα  μεταφερόμαστε  έπειτα  «Μεταξύ  Πατησίων και Κάνιγγος», όπου  οι Κυριακές   γίνονται   πεδία  προετοιμασίας  θριάμβων και  όπου  «υπάρχει ένα  ξεχασμένο πικάπ που παίζει  από το πρωί   τραγούδια αρκούντως διαμπερή». Εκεί  ο  γάτος του  Τσεσάιρ , έχοντας δραπετεύσει από   τη χώρα  των θαυμάτων της  Αλίκης ,  ενώνει το  αστικό  τοπίο  με   το παραμύθι  , για να  «γίνουν οι  Δευτέρες  η Κυριακή  που  δεν ξέραμε να διεκδικήσουμε». Αλλά όσο ελκυστική ή ανώδυνη   κι αν  φαίνεται  η είσοδος  σε αυτή την  αστική  ουτοπία , προσωπικά μου φέρνει στο νου τους στίχους  για  την ποίηση    ενός  εξαιρετικού Ρουμάνου ποιητή ,  του   Nicolae Labiș   : « Όσο κι αν είναι μ’ άχραντα κλαδιά και με σιωπή υφασμένη,/ με κρύσταλλα ολοδιάφανα που σπάζουν και σπιθοβολάνε, / τρέμε σαν μπαίνεις μέσα της ως τρέμεις το χειμώνα μεσ’ το δάσος/  γιατί, μεσ’ απ’ τους πάγους λάμποντας μάτια αγριμιών σε βλέπουν» .  Υπό  παρακολούθηση  αγριμιών  ο αναγνώστης  και   εδώ .

Για  να  εισέλθει  αργότερα   σε μία  ωμή  εξομολόγηση. Σε  ένα   οδοιπορικό  που  θα τον ξαφνιάσει με  την ποιητικότητα  των αλλεπάλληλων  ερμηνειών της  λέξης  «μόνος» . Όπου  η  μοναξιά  λαμβάνει  απροσδόκητα σχήματα  και  παραστάσεις . Όπου η προφορά  οδυνηρών  λέξεων πρέπει να γίνεται  μεγαλόφωνα . Όπου η ανάγκη  για επικοινωνία  εκτονώνεται  μέσω  των ανθρώπων που θα γεννηθούν στο μέλλον.  Όπου  η ανακωχή με τα καθημερινά αντικείμενα  γίνεται μια  επιλογή  ανάγκης. Όπου αντιστρέφονται  οι αναπνευστικές  λειτουργίες  στις  ανηφόρες  και στις κατηφόρες  . Όπου η αγάπη  προσφέρεται με το ίδιο άγχος  που αγγίζει κανείς  κάτι εύθραυστο.  Όπου  «μόνος  σημαίνει  να έχουν την έγνοια  σου οι φουσκάλες του καφέ».  Έτσι   που  η μοναξιά  γίνεται  αυτό  που  γράφει ο  Ρίλκε  «Ω άγια μοναξιά μου, είσαι τόσο  / πλούσια κι αγνή και πλατιά,  /  σαν ύπνος που απ’ τον ύπνο βγαίνει»

Ωστόσο , στο  έργο αυτό  ο εσωτερικός  κόσμος  δεν πορεύεται  μόνος του  και δε γυρίζει αυτάρεσκα  γύρω από τον εαυτό του.  Η  αυτοαναφορικότητα  και  η εξωστρέφεια  συνυπάρχουν αρμονικά .  Οι  απονενοημένες πράξεις διαμαρτυρίας , οι άδικοι φόνοι εξεγερμένων συνειδήσεων , η αντισυμβατικότητα   γίνονται  πηγή  συγκίνησης  για  την ποιήτρια  και  φέρνουν στην επιφάνεια  τις  κοινωνικές  και πολιτικές  ανησυχίες  της. Πάντοτε  όμως  με έναν  τρόπο  που  επιτρέπει  στην  αφηγηματική   φωνή  να    εκφράζει  αυτές  τις ανησυχίες  με    συνειρμικές  αναφορές  σε πρόσωπα,  κείμενα , ιστορικά  γεγονότα   ή  εσωτερικές  καταστάσεις .  Στο  αφήγημα  «Ενώ τρώω ψωμί»    η  επί τρεις  φορές  καθημερινή   κατανάλωση  του ψωμιού  γίνεται ένας  ιδιότυπος  φόρος τιμής  στον  θάνατο  ενός   δεκαπεντάχρονου  παιδιού , το  οποίο πήγαινε  να  αγοράσει   ψωμί  στη διάρκεια  διαδηλώσεων  στην Τουρκία . Την ίδια στιγμή όμως , διαπλέκονται στην αφήγηση η  βιβλική  ιστορία του  Πέτρου  ( μαθητή του  Ιησού )  ο οποίος έκοψε το  αυτί  του  Μάλχου  (υπηρέτη του αρχιερέα  Καϊάφα , συνεργού  στη σύλληψη  του Ιησού ) , ο  Χάμιλτον  Νάκι  (μαύρος  χειρουργός   από τη Νότια Αφρική , ο οποίος έλαβε  μέρος  στην πρώτη  επιτυχημένη μεταμόσχευση  καρδιάς)  και  ο ήρωας – βασιλιάς  του  ποιήματος  Spleen  του   Baudelaire, ενώ ο αναγνώστης  συνειδητοποιεί  ότι  ο   αφηγητής  είναι το ίδιο το νεκρό παιδί.

Συχνά   η απόσταση   μεταξύ  ονείρου  και πραγματικότητας  είναι  μικρότερη  από όσο  μία διαδρομή «μεταξύ Ιουλιανού και Μαικήνα».  Το αστικό  τοπίο εξαϋλώνεται και παίρνει την όψη  μιας σύγχρονης  Εδέμ («Κάποτε , στην πόλη , διάγουμε ονειρικές καθυποτάξεις») , η οποία εντούτοις   δεν αποβάλλει ποτέ το κολαστήριο πρόσωπό  της και στην οποία  συμβιώνουν  δράκοι , επαναστάτες  και  η Βεατρίκη   από τη Θεία Κωμωδία του Ντάντε. Συχνά  η ρουτίνα  σε ένα τέτοιο  τοπίο  παίρνει την όψη    μιας παράστασης, η οποία  περιλαμβάνει  όλες  τις αποχρώσεις  του τραγικού: από την ωμότητα  ως  την αποδοχή   κι έπειτα  ως  στην επαγρύπνηση  και στο τέλος ως  την εξιλέωση με την παραγωγή  επιφωνημάτων  («τα πρωινά  δεχόμαστε  σφαίρες –κυρίως στους  κροτάφους- τα μεσημέρια  τις χωνεύουμε και τα απογεύματα  εξασκούμαστε στην ανίχνευση ναρκών. Όσο για τις νύχτες συντονίζουμε  την παραγωγή  επιφωνημάτων: «Ζήτω!» , «Κρίμα!», «Αλτ!», «Εβίβα!» ).

Σε  αυτή  λοιπόν την  αστική  Εδέμ , όπου «ανέκαθεν  ο  χρόνος  δεν ήταν παρά το πρόσχημα κι ο τόπος  μια ιδεοληψία με συντεταγμένες»,  η ποιήτρια  παραδίδει  τα όπλα  της γραφής  , για να  βρει  την αγιοσύνη   (ή μήπως την  «αγριοσύνη»;) στην τέχνη του μελισσοκόμου, περιμένοντας  την ώρα που θα αρχίσει να γεννιέται  και να γεννιέται ξανά το μέλι στις κυψέλες