[Στη φωτογραφία η βάβω η Βέργω, 102 ετών, στο γηροκομείο Φιλιατών]

 

Πάνω σε παλιά σκέψη, καινούργια διόρθωση
Στον Νίκο Κατσαλίδα

 

Αποχαιρετισμοί κι αποχωρισμοί στα διάσελα
μα ούτε λιβάνι προλάβαινε ν’ ανάψει
ούτε μανουσάκια να μαζέψει, για κανέναν,
μέτραγε θανατικά
πρώτα ο άντρας, μετά ο πατέρας
στο τέλος φύγαν τα παιδιά, κακογραμμένοι όλοι τους,
άλλοι απ’ εδώ, άλλοι απ’ εκεί
όλοι πεσκέσι τ’ Αχέροντα.
Της έμειναν οι άφεγγες νύχτες, τ’ ανθισμένα χαμομήλια της αυλής
τα πέτρινα μνημούρια στον ξεσαρκωμένο λόγγο με τα ρείκια
της έμειναν, οι έγνοιες στα άλαλα χείλη
και το χοντρό τρίκλωνο γνέμα
με τις βελόνες καρφωμένες στη μισοπλεγμένη φανέλα
στον πάτο της κασέλας, λιτανεία της θύμησης.

Στην πρόβλεψη του κακού μαντάτου
δεξιοτέχνισσα η Βέργω, η βάβω απ’ τον πέρα μαχαλά
την στοίχειωναν οι ίσκιοι, της μολόγαγαν οι ψυχές.
Στο λαβωμένο φως
έτσι όπως γύρισε άξαφνα το βλέμμα,
στη μπόρα που στραφτάλιζε στο θόλο τ’ Αι Γιώργη στην Καμίτσιανη,
Φλεβάρης μήνας, στη μοσχοβολιά της κουμαριάς,
μια σκοτοδίνη βαριά,
θαρρείς και η πηχτή ομίχλη
κατέβηκε τα καταράχια της Μουργκάνας
και βρήκε εκεί, στις κόγχες των ματιών της ν’ απαγκιάσει.
Δυο κάρβουνα που κολυμπούσαν ανάμεσα στις βαθιές ρυτίδες
είχαν γίνει τούτα τα άλλοτε λιόμαυρα μάτια,
οι ώμοι κυρτωμένοι μαρτυρούσαν το ρημαγμένο τοπίο της ψυχής,
μα το κακοφορμισμένο απ’ το ξεχασμένο τραύμα χέρι
κρατούσε ψηλά τη σημαία
και τη σκυτάλη της περηφάνιας αλύγιστο.

Δεν είχε μελωμένα μυστικά στον κόρφο, μήτε παράδες,
πάλευε να μερώσει τον μέσα της αγιάτρευτο πόνο
τα σκουριασμένα καρφιά που την περόνιαζαν,
αρέντα από την Πόβλα, στην Πλόκιστα
κι απ’ τη ρεματιά της Τσέρας, στο γεφύρι της Γκρίκας
στη Λιντίζντα, στον Κόζακα, στον Τσαμαντά,
κάποτε ξεστράτιζε, έφτανε ως τη Λεσινίτσα
απίθωνε τις παλάμες στο χώμα,
τα σεβάσματα στο πέτρινο κατώφλι, τους καλούσε όλους.
Κάθονταν στο πρόστεγο ώρες
μετρούσε τις χοντρές σταλαγματιές
αυτές που έσταζαν από τα κλαδιά του έλατου
ώσπου το βλέμμα ξεχείλιζε βροχόνερο
κι έπνιγε ανελέητους σπαραγμούς, φυγάδες καιρούς
στείρα όνειρα,
τυφλές ελπίδες δεν είχε,
έτσι πάλευε, μέχρι που σκέβρωσε
ξοδεύοντας τη δική της άνυδρη σάρκα,
πασκίζοντας να θεραπεύσει την ακάματη μνήμη,
μα και ο αέρας που λευτέρωνε από τα πνευμόνια
μοιρολόι λογαριάζονταν, αχός βαρύς, πένθιμος
στην αλειτούργητη μανία του βορρά,
τό ’χουν τούτες οι ράχες
οι μπολιασμένες μ’ αίματα και κρίματα.

Τα βράδια, σάματις άπλωνε νυχτερίδες η καρδιά,
σάματις το μέσα σκοτάδι γινόταν πιο πηχτό,
σάματις οι τυμπανοκρουσίες των πολέμων
και οι σειρήνες δεν είχαν ακόμη σωπάσει,
τότε θυμόταν τη μισοτελειωμένη φανέλα,
μια θηλιά μπρος, δυο πίσω,
ασυναίσθητα το μέτρημα
πάνω στην πλέξη της μάλλινης κλωστής
πάνω στην ανάμνηση των σκοτωμένων
πάνω στη γραμμή που είχε αφήσει το αίμα στο χιόνι
πάνω στα γυμνά οστά και στην τέφρα,
με τη σκέψη χαμένη
η απουσία μεστωμένη στο σταυρό των φρυδιών.

Κέρκυρα, 8 Απρίλη 2021