Οραματίζομαι το μέλλον,
είπα και χαμογέλασα.
Ύστερα, γύρισα την πλάτη
κι έκλαψα.

Κάθε μέρα παίζω με το τραύμα.
Το σηκώνω ψηλά
στα δυο μου χέρια
-κρύβοντας το πρόσωπό μου-
σα νεογέννητο,
να δει τον κόσμο περήφανο
κι έπειτα…
το αφήνω να σκάσει διάπλατα στο πάτωμα.
Κι άντε μετά να το συμμαζέψω.
Μου παίρνει ώρες.

Τι βάρβαρο παιχνίδι κι αυτό, θα πεις.
Γι’ αυτό κι εγώ λέω ψέματα.
Για να μην μπορείς να λες.
Τίποτα.
Τσιμουδιά για το τραύμα μου.

Κάθε μέρα λέω ψέματα.
Του υπόσχομαι πως δε θα το αφήσω αυτή τη φορά,
θα το κρατήσω σφιχτά.
Κι ανοίγουμε την πόρτα.
Να το’ βλεπες πόσο αισιόδοξο στέκει
στο ύψος των περιστάσεων.
Νομίζει το ανόητο πως θα παραμείνει αλώβητο.
Απ’ τη χαρά του να δει το φως του ήλιου,
όσες φορές κι αν το προδώσω,
αυτό εκεί
να μ’ εμπιστεύεται τυφλά.

Κι έπειτα μπαίνουμε σπίτι.
«Και τώρα οι δυο μας» μου λέει,
θαρρώντας πως είναι της οικογένειας.
Και τότε ακριβώς,
στην στιγμή του πιο τρανού του χαμόγελου
το αφήνω εκδικητικά.
«Τα’ θελες και τα’ παθες»
του λέω και γελάω.

Κι ύστερα,
γονατίζω πάνω απ’ το πτώμα
να το αναστήσω.

Κι εκεί γύρω στα μεσάνυχτα,
ανάμεσα στα αίματα του θανάτου
και στα κλάματα της γέννας,
νανουρίζοντάς το
αποκοιμιέμαι πρώτη.

Πώς να σου πω την αλήθεια;
Ξέρω. Θα μου πεις να το αφήσω νεκρό.
Μα εσύ δεν ξέρεις
πώς είναι να ζεις σ’ ένα σπίτι
μ’ ένα ψόφιο τραύμα στο πάτωμα.

Βλέπεις, δεν ξεπλένονται έτσι εύκολα τα τραύματα.
Στον μόνιμο λεκέ της κληρονομικότητας
κρύβονται επιδέξια μέσα στην επτάδα.
Κι αν σου κάτσει το λαχείο και το ξύσεις,
κληρονομιά δική σου.
Γι’ αυτό σου λέω.
Με συνδέουν μαζί του τόσες ζωές.

Έτσι κι εγώ
θα λέω πάντα ψέματα.
Κι εσύ να με πιστεύεις.