ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ

Είχα έναν δάσκαλο
που ήταν άνεμος
Άνοιγες δυο πόρτες αντικριστές
σε έπαιρνε και σε σήκωνε

Είπα να φτιάξω χάρτινα πουλιά
Τα σιδερένια, οι στρατιώτες, οι νότες
δεν με ικανοποιούσαν πια
Είπα να φτιάξω χάρτινα πουλιά

Τα κτήνη έχουν αμαρτίες;
Ή είναι εκ προοιμίου αναμάρτητα;
Όλο παράπονα μέχρι κι
η απόλυτη ησυχία μας

Μια στιγμή ωραία αποθηκεύεται;
Η επανάληψή της σώζει πάντα;
Όλη την ανία, όλο τον θάνατο;
Δάσκαλε, άνεμε, νικάς πάλι

Ίσως για να ακούω τη συνείδηση
να πλημμυρίζει
-όχι για να βάζω τις φωνές-
Μόνο να ακούω λυγμούς σαν ατυχή σονέτα

Κάθε πράγμα έχει την τύχη του
Μέχρι και τα κόκκαλα των πεθαμένων.

ΤΗΛΕΣΚΟΠΙΟ

Βλέπω μ’ ένα γιγάντιο τηλεσκόπιο
σαν να είμαι ξανά παιδί
Κι έχω βάσανα τόσο εκρηκτικά
όσο μια φυσαλίδα που σκάει

Ο κόσμος έχει πέτρες που δεν λιώνουν
και στο ποτάμι μπορεί να φανεί
ένα τεράστιο σαρκοφάγο θηρίο
αντί για το πολυπόθητο ψάρι

Το ποτάμι της φλόγας που μας θρέφει
δεν θεραπεύει πια τη μόλυνση από σάπιες δαγκάνες
Φρικτά ερπετά πάνω στα κουρτινόξυλα
κι ούτε ένας γίγαντας να τα ξεκάνει

Βλέπω μ’ ένα τεράστιο τηλεσκόπιο
Κοιτάω το κασετόφωνο στην κουζίνα
Πατάω play για απαντήσεις
σε ερωτήσεις που δεν θα ’πρεπε να ρωτώ
κι υποφέρω φρικτά για λάθη
που δεν θα ’πρεπε να θεωρώ πως είναι άλλων.

ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ

Τη νύχτα που πέθανε
αυτός που δεν θυμάμαι
έτρωγα ένα μήλο
Το στομάχι με τραβούσε
από χθες
Δύο μπύρες
δύο ασπιρίνες
Μπερδεύτηκα
Ήμουν καλεσμένη και χάθηκα
Ήταν πάρτι μασκέ
Όταν έφτασα
όλοι περνούσαν καλά
Το ίδιο βράδυ
πέθανε αυτός που δεν θυμάμαι
-μεταξύ μας-
τον είχα ξεχάσει
Το στομάχι καλύτερα
Η βροχή σταμάτησε
Όλα ρημάδι
Περιμένουμε να μας πάρουν
Ίσως ήδη κι εμάς
να μας έχουν ξεχάσει