Η στοιχειωμένη Ιστορία δεν  μπορει να ησυχάσει ποτε!

 

Τα καινούργια ποιήματα του Στάθη Κουτσούνη, που περιλαμβάνονται στην πρόσφατα (2020) εκδομένη ποιητικη συλλογη-του που τιτλοφορείται «Στου κανενος τη χώρα», και η οποία κυκλοφόρησε απο τις εκδόσεις ΄΄Μεταίχμιο΄΄, είναι όλα ριζωμένα σ’ ένα αμφίσημο φως, που κάποτε το αισθάνεσαι φίλιον και κάποτε εχθρικο, το οποίο υποβάλλει συνάμα στον αναγνώστη και μία αμυδρη υπόνοια για τη ματαιότητα των ανθρώπινων επι της γης. Εννοω πως ο ποιητης, με την πρώτη λέξη που αρθρώνει, προετοιμάζει ψυχολογικα τον αναγνώστη-του προς την πλευρα του μαρτυρικου θανάτου. Εντύπωση που επαυξάνεται όταν διαβάσει και το γενικο μότο «το δ’ ημαρ ημιν κύριον», του Ορέστη, απο την ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη, με το οποίο ο Κουτσούνης σφραγίζει τη συλλογη-του. Στην πορεία όμως, όταν αρχίσει να εμβαθύνει και να εξετάζει  σχολαστικα το κάθε ποίημα της συλλογης, θα διαπιστώσει πως στη νεόκοπη ποίηση του Στ. Κουτσούνη ταιριάζει και εκείνο το συγκλονιστικο«Εν δε φάει και όλεσσον – Αν είναι να πεθάνουμε, ας πεθάνουμε μέσα στο φως», (Ομήρου ΙλιάδαP647), που βγαίνει απο τη σπαρακτικη κραυγη του Αίαντα, όπως την ακούμε να αναδύεται μέσα αποτο ομηρικο έπος αλλα και μέσα απο την ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλη.

Και όταν λέω αμφίσημο φως, εννοω, ένα δισυπόστατο φως, με διπλο επίπεδο, παρόμοιο θαρρω μ’ εκείνο το «αγγελικο και μαύρο φως» που θάμπωνε και παίδευε για χρόνια τον Γιώργο Σεφέρη. Με άλλα λόγια, αυτα τα ποιήματαε ίναι φωτοπερίχυτα, και συνεπως ποτισμένα χορταστικα απο αυτο το πλανερο φως, με αποτέλεσμα να κρατιόνται ζωντανα και αγέρωχα μέσα στην αέναη ροη του χρόνου, διασαλπίζοντας ταυτόχρονα το φιλόδοξο, πλην όμως πληγωμένο, πνεύμα του δημιουργου-τους. Αναπόφευκτα, λοιπον, στη μία όψη της ποίησης του Στ. Κουτσούνη βασιλεύει το σκληρο φως και στην άλλη το πυκνο σκοτάδι. Η ζωη (και ο έρωτας) απο τη μια, ο θάνατος (και ο πόνος) απο την άλλη.

Πέραν απο το γενικο μότο, ο ποιητης, απο το πρώτο κιόλας ποίημα που φέρει τον τίτλο «Στο σχοινι»,προσπαθει να μάς εγκλιματίσει, έστω και με ένα ωμο τρόπο, στην όλη ποιητικη ατμόσφαιρα που επικρατει στη συλλογη-του, εισάγοντάς-μας κάθετα μέσα σ’ ένα ερημικο και άκρως εφιαλτικο παραποτάμιο τοπίο, που επιφέρει σύγκρυο σε όσους επιχειρήσουν, έστω και νοερα, να το διαβούνε. Στην κυριολεξία είναι ένα «τοπίο θανάτου», κατα τη γνωστη φράση του Τάκη Σινόπουλου, στο οποίο επικρατει η ερήμωση, ο φόβος και η θλίψη. Είναι ένα, για την ακρίβεια,π ολυ μικρο εμβληματικο ποίημα όπου απεικονίζεται μέσα-του ένα ποτάμι με θολανερα, ενω ψηλα στον ουρανο «όρνια μονάχα κρώζουνε/ τροχίζοντας τα ράμφη-τους», χωρις ν’ ακούγεται κανένας άλλος ήχος, παρα μόνο ο παγωμένος αέρας που«του χτενίζει τα μαλια» και…μαλώνει με  κάποιον που δεν κατονομάζεται ή περιγράφεται σε αυτο το ποίημα.

Υπαινικτικα όμως, ο ποιητης, αφήνει ν’ αντιληφθούμε πως πρόκειται για ένα άψυχο σώμα, που βρίσκεται κρεμασμένο στο βάθος του ορίζοντα και «ήδη τρεις μέρες ανεμίζει στο σχοινι..στου κανενος τη χώρα», με τον αναγνώστη να προβληματίζεται και να διερωτάται ποια είναι αυτη η (μάλλον έρημη) χώρα, που δεν ανήκει σε κανέναν, φράση μάλιστα με την οποία τιτλοφόρησε και τη συλλογη-του. Διερωτάται συγκεκριμένα για το που πέφτει ή που εντοπίζεται γεωγραφικα αυτη η παράξενη χώρα. Δηλαδη, αν βρίσκεται σε κάποιο επίγειο ή σε κάποιο καταχθόνιο μέρος; Στην σφαίρα του υπαρκτου ή στην σφαίρα του νοητου;

Όμως, για ν’ αποκτήσει ο αναγνώστης σφαιρικη εικόνα, αλλα και για να σχηματίσει απο μόνος-του δικη-του αντίληψη, για τα όσο τεκταίνονται στο ποίημα, είναι καλύτερα να το παραθέσω ολόκληρο:

 

νερα του ποταμου θολα

κι αποπουλιούτ’ ένας ήχος

όρνια μονάχα κρώζουνε

τροχίζοντας τα ράμφη-τους

κι ο αέρας του χτενίζει τα μαλλια

και τον μαλώνει μουρμουρίζοντας

απ’ τη δικη-του όμως τη μερια

τίποτα δεν σκιρτα

 

στου κανενος τη χώρα

ήδη τρεις μέρες ανεμίζει στο σχοινι

Σελ. 9

 

Παρόλο που σε αυτοτο μικρο, όμως αρκετα φορτισμένο,ποίημα δεν υπάρχει κανένας δείκτης ή, έστω, ένα ίχνος χρονικου ή τοπικου προσδιορισμου, ο αναγνώστης εύκολα νομίζω θ’ αντιληφθει, κυρίως απο τις εικόνες που μεταφέρει μέσα-του το ποίημα, πως ο δημιουργος-του μάς στέλνεισιωπηραπολυ πίσω στον χρόνο,συνεπως και στην Ιστορία. Συγκεκριμένα μάς παραπέμπει, αν σωστα έχω αντιληφθει, στα χρόνια της Κατοχης και του Εμφυλίου Πολέμου στην Ελλάδα, 72 ολόκληρα χρόνια μετα την λήξη αυτων των δυσάρεστων ιστορικων γεγονότων! Γιατι, όπως είναι γνωστο, μόνο εκείνα τα δίσεχτα χρόνια ο κόσμος ξυπνούσε το πρωϊ και αντίκριζε μπροστα στα έκπληκτα μάτια-του άψυχα σώματα να αιωρούνται στα σχοινια, δηλαδη στις κρεμάλες, που τα έπαιρνε πέρα δώθε ο αέρας, καθως και κομμένα κεφάλια να κρέμονταναπο τους φανοστάτες της ΔΕΗ ή κεφάλια που ήταν καρφωμένα πάνω σε ψηλα κοντάρια και περιφέρονταν μέσα στους δρόμους, ως τρόπαια νίκης! Μακάβριες εικόνες και παράφρονες πράξεις. Εικόνες βιβλικες, απο ένα άλλο Γολγοθα, που ήσαν όλα αυτα απότοκο της ασίγαστης έχθρας και της μισαλλοδοξίας (πολιτικης και θρησκευτικης), έτσι όπως αυτα τα μαύρα συναισθήματα εκδηλώθηκαν ανεξέλεγκτα μέσα απο την δηλητηριασμένη ψυχηαυτων(πρωτίστως) που επεκράτησαν στην εμφύλια σύρραξη, εκείνες τις σκοτεινες εποχες.Και, όπως καλα γνωρίζουμε, η «ως τώρα ιστορία του Κόσμου είναι ιστορία των Νικητων», γιατι οι νικημένοι έχουν πάντα το άδικο, για να θυμίσω (και να τιμήσω) με αυτητην αναφορα-μου τον αξέχαστο Κώστα Βάρναλη και το αριστουργηματικο έργο-του «Το φως που καίει».

Η Ιστορία, λοιπον, όπως διαπιστώνω, είναι η κύρια δεξαμενηαπο την οποία αντλει τη βασικη θεματολογία-του ο Στ. Κουτσούνης. Με άλλα λόγια, διαπιστώνω πως κάτω απο τους περισσότερους στίχους-του βρίσκεται αναδιπλωμένη η σύγχρονη Ιστορία της Ελλάδας. Αυτη η στοιχειωμένη Ιστορία όμως, η σημαδεμένη με το αδικαίωτο αίμα, φαίνεται πως δεν μπορει να ησυχάσει ποτε. Γιατι, παρόλο που είναι χωνεμένη και καταλαγιασμένη εδω και αρκετο καιρο μέσα στη μνήμη του ελληνικουλαου, κάποιες στιγμες φαίνεται πως αναταράσσεται επικίνδυνα και βρυχάται, όπως ένα εν ενεργεία ηφαίστειο που απειλει με τη λάβα-του να παρασύρει και να κάψει συνειδήσεις. Να παρασύρει και να κάψει όποιον συναντήσει στο πέρασμά-της.

Ο Στ. Κουτσούνης όμως, αντλει θέματα και απο την ελληνικη αρχαιογνωσία και κυρίως απο τον κύκλο της αρχαίας τραγωδίας, καθως και απο την ορθόδοξη θρησκεία και τη σύγχρονη κοινωνικη πραγματικότητα, όπου κάποια καθημερινα στιγμιότυπα (βλ. τα ποιήματα «θέατρο» σελ. 36, «κανιβαλισμος» σελ. 37, «η παλάμη», σελ. 38, «χίμαιρα», σελ. 40 κ.α.)του κεντρίζουν δυνατα και ευεργετικα την έμπνευσή-του. Και όλα αυτα δοσμένα με στίχους λιτους, αρκετακαλα δουλεμένους, δηλαδη σμιλευμένους και λειασμένους για να αποκτήσουν την απαραίτητη δωρικη όψη, αλλα και με συμπυκνωμένη ενέργεια και καθαρο νόημα. Πολυ σωστα η Ελένη Ηλιοπούλου – Ζαχαροπούλου, με άλλη ευκαιρία, αποφαίνεται (βλ. το βιβλίο-της  Διαθλάσεις χρωμάτων – Δοκίμια, εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 2020) πως ο Στ. Κουτσούνης φτιάχνει «στίχο λιτο, προσεγμένο, με ποικιλία θεμάτων, που αγγίζουν σημαντικες πλευρες της ζωης». Στίχοι, θα έλεγα εγω, ελαφρωςυπερρεαλιστικοι («ξάφνου του τραπεζιου τα πόδια/ έβγαλαν ρίζες και τρύπησαν το πάτωμα», σελ. 14) μέσα απο τους οποίους ο αναγνώστης μπορει ν’ αφουγκραστει και απόηχους απο την ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη αλλακαι του Τάκη Σινόπουλου, όμως καλα αφομοιωμένους και ενσωματωμένους στην ποίησή-του. Στίχοι, συμπληρώνω, που αποπνέουν μπόλικη θλίψη, αβάσταχτο πόνο και νεκρικη μοναξια αλλα, ταυτόχρονα, και ασίγαστη νοσταλγία για τις άλλες καλες μέρες που έζησε ο ποιητης, καθως και νοσταλγία αθεράπευτηγια τον γενέθλιο τόπο-του.

Επιπλέον,σε αρκετα ποιήματά-του, ο Στ. Κουτσούνης παρουσιάζεται οπαδος της μικρης ποιητικης φόρμας και είναι άξιο προσοχης πως με τρεις μόνο στίχους μπορει να μεταδώσει μία ολόκληρη δραματικηιστορία στους αναγνώστες-του,ακριβωςόπως εκείνοι οι τρεις στίχοι που αφιερώνει στον Alan Kurdi,το άτυχο παιδάκι του οποίου η τραγικη ιστορία συγκίνησε και συγκλόνισε όλη την «πολιτισμένη» ανθρωπότητα, όταν στην προσπάθειά-του να φθάσει στην Ελλάδα, μαζι με τους γονεις-του και άλλους οικονομικους μετανάστες, πνίγηκε στην θάλασσα, τον Σεπτέμβρη του 2015, και τα κύματα του Αιγαίου ξέβρασαν το κουφάρι-του σεακτη της Αλικαρνασσου. Γράφει ο Στ. Κουτσούνης:

 

Μπρούμυτα στην ακτη μελανιασμένο

παιδιχωρις πατρίδα

που το ξέβρασε η θάλασσα.

Σελ. 34

 

Και κάπου αλλου θα σημειώσει και αυτο:

 

Θάλασσα πηγμένη

απο τα δάκρυα των πνιγμένων

Σελ. 18

 

Αυτες οι υπέροχες (αισθητικα και ποιοτικα) μονοκοντηλιες, (που είναι βασισμένες, όπως είπα, σεανθρώπινες τραγικεςιστορίες και αποδοσμένες μέσα απομικρες φόρμες, όπου ξεχωρίζουν και για τη συμπυκνωμένη ενέργεια που περιέχουν αλλακαι για το στρογγυλονόημα που μεταφέρουν, στεγασμένεςτώρα όλες κάτω απο το γενικο τίτλο «Νεκρες φύσεις», και τις οποίες συναντα ο αναγνώστης σε τέσσερις διαφορετικες σελίδες της συλλογης), ομολογω πως είναι μικροιθησαυροι! Αληθινα ποιητικα διαμάντια, ανεκτίμητης αξίας!

Ιδιαίτερη εντύπωση, βέβαια,προκαλει στον αναγνώστη και ο ερευνητικος, σαφως εποικοδομητικος, τρόπος με τον οποίο ο Στ. Κουτσούνης αντιμετωπίζει ή επεξεργάζεται θέματα απο την αρχαία ελληνικη γραμματεία και την ορθόδοξη θρησκεία όπου, πάνω στον αρχαίο μύθο που περιέχουν αυτα τα θέματα, στηρίζει ή, καλύτερα, χτίζει τη δικη-του δημιουργία, τα δικα-του ποιήματα. Με μίαδιαφορα όμως. Ο Στ. Κουτσούνης, σε αυτες τις ποιητικες στιγμες-του, ανατρέπει ή ανασκευάζει παντελως το αρχαίο μύθο. Δηλαδη, πιάνει ένα αρχαίο θέμα με το γυμνασμένο αισθητήριο-του και αναποδογυρίζει την καθιερωμένη λογικη-του,προσαρμόζοντάς-το στη δικη-του, με αποτέλεσμα να μάς δίνει, με τα ποιήματα που δημιουργει, μία νέαεκδοχη, που είναι βέβαια πολυδιαφορετικη απο εκείνη της λόγιας πηγης-του. Τέτοια ενδεικτικα παραδείγματα είναι το ποίημα «Σκεύος εκλογης» (θρησκευτικης προέλευσης) αλλακαι το ποίημα «Απολογία» (αρχαιόθεμο), το οποίο θεωρω απο τα καλύτερα της συλλογης, όπου εδω ο οξυδερκης ποιητης, με θαυμαστη μαεστρία, ανατρέπει τον γνωστο μύθο της δολοφονίας του Αγαμέμνονα, προσπαθώντας να μάς πείσει πως η σεξουαλικη ανικανότητα του κραταιουβασιλια των Μυκηνων είναι η κύρια αιτία που όπλισε το χέρι της γυναίκας-του Κλυταιμνήστρας με το φονικο τσεκούρι, που τον έστειλε τελικα στον θάνατο. Απο αυτο το υπέροχο ποίημα, το άκρως αισθησιακο, που διεγείρει αναπόφευκτα σε μεγάλο βαθμο τη λίμπιντο και την φαντασία του αναγνώστη, δίνω ένα χαρακτηριστικο απόσπασμα, που αποτελει στην ουσία έναν μακρυ μονόλογο της Κλυταιμνήστρας:

 

«…και μετα η αναισθησία-σου την περασμένη νύχτα

δέκα χρόνια καρτερούσα τη στιγμη κι εσυ

ξάπλωσες πλάι-μου ξερος κι ούτ’ ένα χάδι καν

 

μα ήμουν έτοιμη τα πάντα να διαγράψω ακριβε-μου

σ’ αγαπούσα πάνω απ’ τη ζωη-μου

η ψυχη-μου βρισκόταν στα χέρια-σου

ήσουν η μοίρα-μου κι ήθελα

να με κατακτήσεις απο την αρχη

ήλπιζα εκει που σ’ έτριβα με μοσχοσάπουνο

στα σημεία που κάποτε σε αναστάτωναν

να μ’ αρπάξεις επιτέλους κι ασυγκράτητα

να σφηνωθεις μέσα-μου αγρίμι ουρλιάζοντας

 

μάταια όμως

η αδιαφορία-σου με τρέλανε

ένιωσα αίφνης γερασμένη σχεδον ένα τίποτα

ώσπου άρχισα σύγκορμη να μανιάζω πνιγόμουν

και τότε το μάτι-μου πήρε λοξα

 

το τσεκούρι».

Σελ. 31

 

Αξίζει, ακόμη, ν’ αναφέρω πως σε αυτο το «τοπίο θανάτου», εννοωτο πένθιμο και θλιβερο σκηνικο που επινόησε και έστησε ο Στ. Κουτσούνης για ν’ αναπαραστήσει τα καινούργια ποιήματά-του, εκτος απο τη νεκρη μάνα-του, τ’ άλλα πρόσωπα που συναντάμε ή που διαδραματίζουν κάποιο ρόλο, μικρο ή μεγάλο, ασήμαντο ή σοβαρο, (ακόμη και στα ποιήματα με ερωτικο περιεχόμενο), είναι σχεδονόλα αόριστες μορφες, χωρις κανένα διακριτικο στοιχείο. Ακριβως, σαν μαύρες, περιπλανώμενες και διεκδικητικες, σκιες που καταδυναστεύουν την ωραία ποίησή-του. Γράφει στο ποίημα «βουνο»:

 

«ολόγυρα μιλιούνια οι κοιμισμένοι

κανένας-τους δεν σάλευε

ώσπου κάποτε βλέπω τον επιστάτη

να πλησιάζει δίχως πρόσωπο»

Σελ. 19

 

Είναι  όμως, όπως διαπιστώνω, στην πλειονότητά-τους, οι προσφιλεις νεκροι-του, τους οποίους έχει καταχωρήσει στην μεγάλη κιβωτο της αντίδικης μνήμης-του. Και αυτο για να τους θυμάταικαι να τους χαρίζει διαρκως την αγάπη και την ευγνωμοσύνη-του, άσχετα αν το άχθος του θανάτου (ένα ποίημά-του τιτλοφορείται μονολεκτικα «άχθος», σελ. 25) καιτης οριστικης απώλειάς-τους, τού φράζει σαν μαύρη πέτρα το στόμα και του κόβει σαν κοφτερο μαχαίρι την ανάσα-του. Παραθέτω κάποιους ενδεικτικους στίχους απο το ποίημα «ορρωδία»:

 

«πένθιμα χτυπα η καμπάνα απ’ το πρωϊ

και κάποιος καρφώνει αγγελτήρια

 

ακούγονται οι χτύποι του σφυριου

σαν τα χρόνια του πεθαμένου

που ξεκολλήσαν απ’ το σώμα-του

και πέφτουν ένα ένα

κέρματα στο τσιμέντο»

Σελ. 15

 

Κοντολογις, ο Στ. Κουτσούνης, όπως διαφαίνεται μέσα απο τα καινούργια ποιήματά-του, αλλα και αποκάποια παλαιότερα,«ζει με τους απόντες», συνεχως και, το χειρότερο, ζει βασανιστικα και εξοντωτικα. Θελω να πω, πως τον κατοικουν μονίμως οι προσφιλεις νεκροι-του. Ειδικα η μάνα και ο πατέρας-του. Έτσι όμως κατορθώνει, όπως είπα, να τους διατηρει μέσα-του ζωντανους ολόχρονακαι, το σπουδαιότερο, να τους μεταφέρει απο τόπο σε τόπο, με τη συνέργεια, επαναλαμβάνω, της ανέσπερης μνήμης-του. Χαρακτηριστικο παράδειγμα αυτης της ψυχικης και συναισθηματικης φόρτισης που τον διακρίνει, σε μεγάλο βαθμο μάλιστα, είναι το ποίημα «στεφάνι», απο την καινούργια συλλογη-του:

 

«στο ράφι της ντουλάπας

σ’ ένα κουτι απο βελούδο

τα στέφανά-της

 

τα κατεβάζει κάθε μέρα

και τα φροντίζει επιμελως

μην παραλείψεις επαναλαμβάνει

να μού τα βάλεις μαζι όταν θα φύγω

έννοια-σου και θα τον παντρευτω ξανα

τον πατέρα-σου εκει πέρα

 

εκτος εαν

μέσα στο τόσο πλήθος

δεν καταφέρουμε ποτε ν’ ανταμωθούμε

Σελ. 23

 

Στο ίδιο ασφαλως καταθλιπτικο και ψυχοφθόρο κλίμα κινείται και το ποίημα «Τα κέρματα», που ανήκει στην προηγούμενησυλλογη-του που τιτλοφορείται ΄΄Στιγμιότυπα του σώματος΄΄, όπου σε αυτοτο ποίημα βλέπει ο ποιητης τον νεκρο πατέρα-του να αιωρείται ψηλα στο κενο και  τον ψιλορωτα τι κάνει εκεί πάνω, με τον πατέρα-του να του απαντα:

 

«Μη φοβάσαι μού λέει/ και τι να κάμω/ πια φόρτωμα οι μέρες-μου βαρέθηκα/ …ώσπου θολωμένος/ με άδραξε απο το μπράτσο. Γιε-μου μού σώθηκαν όλα/ μήπως σού βρίσκονται κέρματα για τα διόδια».

 

Τα ποτάμια, και γενικα τα νερα, που ρέουν στα καινούργια ποιήματα του Στ. Κουτσούνη είναι ένα άλλο αδρο, και συνεπως ευδιάκριτο, χαρακτηριστικο στοιχείο της ποίησής-του. Στο σημείο αυτο όμως, πρέπει να αναφέρω πως ο αναγνώστης, την ώρα που θα διαβάζει τα καινούργια ποιήματά-του, πιθανον να αισθανθει (κυρίως ηχομιμητικα) και ένα ελαφρυ ποταμίσιο αεράκι να ξεχύνεται μέσα απο τις σελίδες της συλλογης του Στ. Κουτσούνη, που του δροσίζει το πυρωμένο πρόσωπό-του. Είναι το ζωογόνο αεράκι που καταφθάνει πιστεύω απο τις κοίτες των ποταμων του Πύργου, που είναι ο αγαπημένος γενέθλιος τόπος και αυτου του σημαντικου ποιητη. Τόπος σκληρος και αγονάτιστος, που κλείνεται απο «τ’ αγριοθώρητα βουνα, τα φοβερα ποτάμια»!

Όμως, τα νερα των ποταμωνπου συναντάμε στην ποίηση του Στ. Κουτσούνη, όπως σημείωσα και πιο πάνω, είναι όλα θολα ή σκοτεινα. Είναι ωσαν να σχηματίζουν ένα άλλο Αχέροντα, σε ένα άλλο τόπο. Με άλλα λόγια, είναι ωσαν να χαράσσουν ένα μαύρο πέρασμα μέσα απο το οποίο ο ποιητης θέλει, υποθέτω, να περνάνε για τον Κάτω Κόσμοοι αγαπημένοι νεκροι-του. Και ας μην ξεχνάμε, στο σημείο αυτο, πως τα ποτάμια ως σύμβολα είναι ένα θέμα που απασχόλησε (και απασχολει) έντονα, άλλους ευφρόσυνα και άλλους πένθιμα, όλους σχεδον τους ποιητες της περιοχης του Πύργου, που στην πλειονότητά-τους ξεχωρίζουν για το ψηλο επίπεδο της τέχνης στην οποία επιδίδονται, με πρωτεργάτες βέβαια τους αξέχαστους Τάκη Σινόπουλο και Γιώργη Παυλόπουλο.

Ολοκληρώνοντας αυτο το κείμενο, θέλω να τονίσω πως ο ποιητης Στ. Κουτσούνης, όπως απέδειξε με την νέα συλλογη-του, είναι μία φουσκωμένηποιητικη φλέβα, με δυνατο παλμο, έντονο σφρίγος και ακατάλυτη ορμη μέσα-της. Είναι μια ασίγαστη ποιητικη φλέβα που πάει βαθια στον χρόνο και τον τόπο. Εκτος απο το ζωντανο αίμα, (που στο μεγαλύτερο μέρος-του αποτελείται απο νερο, άσχετα αν είναι θολο ή καθαρο– στοιχείο βέβαια που μαρτυρα ζωη και ελπίδα), σε αυτη τη γνήσια και δυνατη φλέβα φωλιάζει και ο βαθυς στοχασμος-του αλλα και η εκλεπτυσμένη αισθητικη-του. Απομένει στον αναγνώστη να σκύψει με προσοχη και σεβασμο απάνω σε αυτη την ποιητικη φλέβα για να γνωρίσει πλατια και να απολαύσει ικανοποιητικα την υψηλη τέχνη που κουβαλάει μέσα-της.

 

*Ο συγγραφέας του κειμένου ακολουθει κανόνες του μονοτονικου που εφάρμοζε ο Αντώνης Μυστακίδης-Μεσεβρινος