Ποιoς σκότωσε τον Ντέιβι Μουρ, πoιος
Γιατί και ποιος ήταν ο λόγος, ποιος;

« Όχι εγώ», λέει ο διαιτητής
«Θα μπορούσα στον όγδοο γύρω
Τον αγώνα να είχα σταματήσει
Αλλά το πλήθος θα είχε άγρια γιουχαΐσει
Θα’ λεγαν θέλουν τα λεφτά τους πίσω
Κρίμα που χάθηκε έτσι τέτοιο παλικάρι
Αλλά κι εμένα με πιέζανε πολύ
Μη με ψέγετε, κάντε μου τη χάρη
Δεν είμ’ εγώ ο φταίχτης
Που έφυγε απ’ τη ζωή
Τέτοιος μεγάλος παίχτης»

Ποιος σκότωσε τον Ντέιβι Μουρ, ποιος
Γιατί και ποιος ήταν ο λόγος, ποιος;

« Όχι εμείς», λέει το πλήθος το αγριεμένο
Που ούρλιαζε στην αρένα συναγμένο
«Δεν ήρθαμε να τον δούμε
Στο θάνατο να πετάει
Μπουνιές να δούμε ήρθαμε
Και λίγο ιδρώτα να κυλάει
Δεν είναι δα κακό αυτό
Έναν αγώνα να δούμε, θέλαμε, καυτό
Εμάς μην ψέγετε, όχι, φτάνει
Δεν θέλαμ’ εμείς
Ο Ντέιβι Μουρ να φύγει, να πεθάνει»

Ποιος σκότωσε τον Ντέιβι Μουρ, ποιος
Γιατί και ποιος ήταν ο λόγος, ποιος;

Κι ο μάνατζέρ του λέει, « Όχι εγώ»
Καπνίζοντας ένα πούρο μεγάλο και χοντρό
«Δύσκολο να το πεις, ναι, δύσκολο κανείς να ξέρει
Πάντα τον είχα για γερό και πάντα για ξεφτέρι
Πολύ άσχημο για τη γυναίκα του και τα παιδιά του
Που γράφτηκε πια στου Χάρου το τεφτέρι
Μα δεν φταίω εγώ που πέθανε
Δεν είμ’ εγώ εκείνος που τον ξέκανε»

Ποιος σκότωσε τον Ντέιβι Μουρ, ποιος
Γιατί και ποιος ήταν ο λόγος, ποιος;

« Όχι Εγώ», λέει ο στοιχηματζής
Κρατώντας ακόμα το απόκομμα στο χέρι
«Δεν τον σώριασα εγώ
Κι αν ποτέ τον άγγιξα
Ο διάολος να με πάρει
Όχι, δεν με βαραίνει εμένα το κακό
Κι άλλωστε το χρήμα μου εγώ
Σ’ αυτόν το είχα ποντάρει
Όχι, δεν φταίω εγώ που πέθανε
Δεν είμ’ εγώ εκείνος που τον ξέκανε»
Ποιος σκότωσε τον Ντέιβι Μουρ, ποιος
Γιατί και ποιος ήταν ο λόγος, ποιος;
« Όχι εγώ», λέει ο αθλητικογράφος
Σκυμμένος στην παλιά του γραφομηχανή
«Ούτε το μποξ είναι αυτό που φταίει
Κινδύνους όσους και το ποδόσφαιρο έχει
Η πυγμαχία ήρθε και θα μείνει στην Αμερική
Καθένας αυτό το ξέρει και το λέει
Δεν φταίω εγώ λοιπόν, τελεία και παύλα
Μην ακούτε άλλα λόγια φαύλα»

Ποιος σκότωσε τον Ντέιβι Μουρ, ποιος
Γιατί και ποιος ήταν ο λόγος, ποιος;

« Όχι εγώ», λέει αυτός που με τη γροθιά
Έστειλε στου Τίποτα το σύννεφο τον Ντέιβι Μουρ
Εκείνος που’ χε έρθει απ’ της Κούβας τη μεριά
Όπου η πυγμαχία είν’ απαγορευμένη πια
«Ναι, τον χτύπησα, είν’ αλήθεια
Μ’ αυτό με πληρώνουνε να κάνω
Δεν ήθελα να τον ξεκάνω
Μη μιλάτε για σκοτωμό, μη λέτε ήταν φονικό
Ήτανε κακιά στιγμή
Ήταν του Θεού βουλή»

Ποιος σκότωσε τον Ντέιβι Μουρ, ποιος
Γιατί και ποιος ήταν ο λόγος, ποιος;

Από το βιβλίο: Ντίλαν, Μπ. (2006). Τα τραγούδια 1962-2001, μτφ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Θεσσαλονίκη:
Ιανός.