Ερημία

Δεν έχω τίποτε άλλο
παρά την ηχώ από όσα έγιναν
να αλυχτά στη μνήμη μου

Φωνές
όσων ειπώθηκαν
και δεν απηχούν κάν πια
σημερινές αλήθειες

Τις έσπασε ο χρόνος
στις συνθήκες παραδόθηκαν
στου τετελεσμένου
-εκτελεσμένου-
τη φθορά

Δεν έχω τίποτε
εκτός από μια πεθαμένη Ελπίδα
Το νεκρικό της σώμα
που δεν θα αναστηθεί

Και την Επιθυμία
-γυμνή κι αστόλιστη-
να κλαίει πάνω στο μνήμα της

Παρακαλώ θεούς και δαίμονες
κι αυτή να την λυτρώσουν.

Έως θανάτου

Η στρατιά των λέξεων
σήμανε σιωπητήριο
Στα νεκροκρέβατα της μνήμης
τώρα αναπαύεται

Όσα ήσαν
όσα χάθηκαν
σαβανώνονται

Εκκρούω
το ε του Έρωτα
το άλφα της Αγάπης

Η γεύση που απόμεινε
δηλητήριο του νου

Το κόστος των πράξεων
απροσδιόριστο
βάρος η συνέχεια
δυσβάσταχτο
Βάρος όλα
ως και η ζωή
η επιμένουσα

Αναδεύονται επιταγές
και κελεύσματα
-Τις εί;
Ποιος ταράσσει τον βαθύ μου ύπνο;
Από όλα είμαι απούσα
από όλα απέρχομαι

Στα τραύματά μου
υπέκυψα

Υστάτη πράξις
χρωστούμενη στην
νέα τάξη των πραγμάτων:
Πυροβολώ
τις ελπίδες μία προς μία
Τις εκτελώ
Μην με βρουν ανύποπτο θύμα
Μήπως με υπνωτίσουν
ξανά

Το επιδιωκόμενον
η αφασία
Νοός ακινησία
σε κώμα
διαρκές

Και ω, να επιτέλους
η σιγή
η ατσαλάκωτη Σιγή
ως νέα ένοικος
των εγκεφαλικών κυττάρων
εγκαθίσταται

Επιβεβλημένη
Σαν το κενό που βουίζει στο μυαλό
αμέσως μετά
την πρόσκρουση

το εφιαλτικό κενό
του τετέλεσθαι

Εκκενώνω τον χώρο
και παραδίδω τα πάντα
πλέον

Νεκρώνομαι
κι από τις αναμνήσεις μου
ακόμα

καθώς κρυώνω

Κρυώνω έως θανάτου.

Παίγνια

Συχνά ανάμεσά μας
δολίως παρεισφρέουν
έποικοι κάποιοι θεοί
Στις χώρες των ανθρώπων
υπεισέρχονται
με κίνητρο την ευαρέσκειά των
και μόνον
Δεν θροΐζουν στο πέρασμά των
δεν ηχούν
δεν νοιώθεται κάν πως έφτασαν εδώ
και μειδιούν μαζί μας

Αργά ρίχνουν τις θεόρατες σκιές των
επάνω στις επιθυμίες των ανθρώπων
στα όνειρα και τα άλλα
Εκεί κατασκηνώνουν και παρατηρούν
κι αρέσκονται συχνότατα
να μας εγείρουν τον νου
κι άλλο
μεταμορφώνοντας περίπλοκα
τα όνειρα σε ελπίδες
και στόχους εφικτούς

Και τότε είναι που
εντός μας έχουν πλέον κατοικήσει
και δήθεν κι εμείς
όμοιοι είμαστε κι ιχώρ
στις φλέβες μας κυλά αδιακρίτως
Πιστεύοντας ασμένως
πως όλα είναι δυνατά
και τάχα είμαστε κι εμείς θεοί μαζί των
Πεφιλημένοι των μύχιών μας σκέψεων
και των ανομολόγητων των ηδονών
αναδεικνύονται

Κι όταν καλά καλά μας έχουν ξεσηκώσει
κι όταν τα πιόνια δεν τους διασκεδάζουν πια
αποφασίζουν το αναλώσιμο της ψυχής μας
Ορθώνονται υψηλοί κι ανάλγητοι
τερατώδεις
και μ’ ένα πάτημα εκεί
σαν κανθαρίδες με το πόδι τους
μας λειώνουν
μας συνθλίβουν

Τότε ακούγεται ο ήχος μοναχά

Το κρακ του τέλους
το απόλυτο.