ΚΑΙ ΝΕΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ
Αγαπητέ….
Αύτή ή εποχή είναι γιά μένα βρώμικη, κι άλλωστε όλες οι
έποχές είναι άπαίσιες στήν κατάσταση πού βρίσκομαι. Δέν
μπορείτε νά φανταστείτε σέ ποιό βαθμό έχω στερηθεί τίς
ίδέες. Δέν έχω κάν τίς ίδέες πού θά μπορούσαν νά ταιριάζουν μέ τη σάρκα μου,
μ’ αύτή τήν κατάστασή μου τού σκέτου ζώου, πού έχει ύποταχθεί στά πράγματα
καί πού άναπηδάει σέ κάθε έπαφή μαζί τους.
Όσο γιά τό διανοητικό ζώο άς μή μιλάμε καθόλου. Αύτό
πού θαυμάζω, αύτό πού λαχταρώ είναι τό διανοητικό ζώο
πού ψάχνει, μά πού δέν ψάχνει γιά νά ψάχνει. Τό ζώο πού
ζεί. Δέν πρέπει τό όλο σύστημα τής συνείδησης νά χαλάσει.
Αύτό πού μέ κάνει νά γελώ μέ τούς άνθρώπους, μ’ όλους
τούς άνθρώπους είναι πώς δέ φαντάζονται ότι τό συνειδησιακό τους σύστημα χαλάει·
σ’ όποιαδήποτε διανοητική διεργασία καί νά άφεθούν είναι βέβαιοι γιά τό
σύστημά τους. Αύτό τό σύστημα πού γεμίζει κάθε σχισμάδα
άπό τίς πιό μικρές, άπό τίς πιό άνυποψίαστες διεργασίες
τους, σ’ όποιο στάδιο φωτισμού καί έξέλιξης μέσα στό
πνεύμα καί άν έπιτεύχθηκαν, αύτές οί διεργασίες.
Δέν πρόκειται γι’ αύτό, δέν πρόκειται καθόλου γι’ αύτό. Γιατί άν
θά ‘ πρεπε πάντα νά σκεφτόμασταν γιά τή σκέψη μας,
έπόμενο είναι νά μήν ύπάρχει μέσο γιά νά σκεφτούμε, νά μήν
μπορούμε ν’ άφοσιωθούμε σέ μιά διανοητική διεργασία
άνώτερη άπ’ αύτό πού είναι άκριβώς ή σκέψη. Κι όχι ή
άφίδρωση, ή έκκριση τού πνεύματος, άλλά ό μηχανισμός
αύτής τής άφίδρωσης. Νομίζω πώς άρκετά τούς έπρηξα
τούς άνθρώπους περιγράφοντας τήν πνευματική μου κατάσταση,
τή φριχτή μου ψυχική κενότητα, και σκέφτομαι
πώς έχουν δικαίωμα νά περιμένουν άπό μένα κάτι άλλο και
όχι φωνές άδυναμιας και τήν άπαρίθμηση τών άνικανοτήτων μου,
ειδάλλως νά σωπάσω. Μά τό πρόβλημα είναι
ίσα-Ισα ότι ζώ. Αύτό πού είναι ίκανό ν’ άποσπάσει τούς
άνθρώπους άπ’ τή γή τους, άπ’ αυτή τή γή πού ‘ χει πήξει
άπό ένα πνεύμα κλεισμένο στό καβούκι του, είναι αύτό πού
βγαίνει άπό τό πεδίο τής καθαυτό σκέψης, έκείνο πού γιά
μένα ύπερβαίνει κάθε πνευματική σχέση. Λές καί είμαι ένας
τυφλός άνάμεσα στίς ίδέες, κάθε θεωρία πού δέ θά ήταν
‘χειροπιαστή, κάθε άπλή διακίνηση τών γνωστών φαινομένων
μού είναι άπαγορευμένη, άλλά γιά νά δούμε τά
πράγματα άπό κοντά τό κακό είναι πώς δέ βλέπω πιά τήν
καινοτομία ή καλύτερα τήν άναγκαιότητα όποιασδήποτε
διανοητικής διεργασίας. Δέν ύπάρχει σύγκρουση μέσα στό
πνεύμα πού νά μού φαίνεται σάν τό άποτέλεσμα μιάς Ίδέας,
δηλαδή μιάς δυναμωτικής άνάφλεξης τών καινούργιων
δυνάμεων.
Βρίσκομαι στό σημείο όπου δέν αίσθάνομαι πιά τίς ίδέες
σάν ίδέες, σάν συναντήσεις πνευματικών πραγμάτων πού
έχουν μέσα τους τό μαγνητισμό, τό γόητρο, τή λάμψη τής
άπόλυτης πνευματικότητας, άλλά σάν σκέτα άθροίσματα
τών άντικειμένων. Δέν τίς νιώθω πιά, δέν τίς βλέπω πιά,
δέν έχουν πιά τή δύναμη νά μέ κλονίσουν όπως είναι, καί
γι’ αύτό πιθανόν τίς άφήνω νά περνούν μέσα μου χωρίς νά
τίς άναγνωρίζω. Τό συνειδησιακό μου σύστημα έχει διαλυθεί.
Έχω χάσει τό πνευματικό συναίσθημα, τό συναίσθημα
τού τί είναι καθαρά άντιληπτό, ή τό άντιληπτό στροβιλίζεται
μέσα μου σάν ένα σύστημα άπόλυτα άποχωρισμένο πού
έπειτα ξαναγυρίζει στή σκιά του. Καί σέ λίγο ή αίσθηση
σβήνει. Καί πλέει σάν ξέφτια άπό μικρές σκέψεις, μιά
περιγραφική έκλαμψη τού κόσμου, καί ποιού κόσμου!
Καί στό μέσο αύτής τής άκατανόμαστης άθλιότητας
ύπάρχει ή θέση μιάς άλαζονείας, πού λές καί είναι μιά όψη
της συνείδησης. Είναι, άν θέλουμε, ή γνώση διαμέσου τού
κενού, κάτι σά μιά σιγανή κραυγή πού έκεί πού άνεβαίνει
κατεβαίνει. Τό πνεύμα μου είναι άνοιγμένο άπ’ τήν κοιλιά,
κι είναι άπό κάτω πού συσσωρεύει μιά σκοτεινή καί
άνερμήνευτη έπιστήμη, γεμάτη άπό ύπόγειες παλίρροιες,
άπό κούφια θεμέλια, άπό μιά παγωμένη άναταραχή. ‘Ας μή
τά θεωρήσουμε αύτά σκέτες είκόνες. Θά ‘ ταν πρτιμότερο
νά ‘ ναι ή μορφή μιάς άποτρόπαιης γνώσης. Διαμαρτύρομαι
όμως μόνο καί μόνο γιά όποιον μού έπιτιμά τή σιωπή, όμως
μιά σιωπή πνευματική τολμώ νά πώ, μιά σιωπή όμοια μέ τή
συσταλμένη μου προσδοκία.
1. La Révolution Surréaliste τεύχος 5, 15 Οκτώβρη 1925.









