Στον μισό και πλέον αιώνα της δημιουργικής του προσπάθειας, ο Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς καλλιέργησε έναν εντυπωσιακό αριθμό ποιητικών ειδών: από το εκτενές έμμετρο δράμα και αφήγημα έως το ακαριαίο αποφθεγματικό δίστιχο. Όμως και τα επιγραμματικά του ποιήματα είναι με τη σειρά τους ποικίλα. Σ’ αυτά βρίσκει κανείς στίχους ελεγειακούς και αιχμηρές σάτιρες, προσωπικές εξομολογήσεις και διαλογισμούς, δηκτικά σχόλια για τους συγκαιρινούς του αλλά και πυκνές υποτυπώσεις των κοσμοθεωρητικών του ιδεών. Η παρακάτω επιλογή περιλαμβάνει δεκαοχτώ τέτοια ποιήματα γραμμένα μέσα σε μια τεσσαρακονταετία, από το 1899 έως το 1938.
ΤΑ ΠΑΘΗ
Μαραγκιάζουν οι χρόνοι
σαν κεράκι που λιώνει,
δάση, λόγγοι, βουνά
έχουν ώρα κι αυτά·
τάχα εκεί μες στα βάθη
ποιο απ’ τα πύρινα πάθη
τώρα να ’σβησε πια;
⸙
Ο ΕΡΧΟΜΟΣ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ
Αν και τα φύλλα είναι πολλά, μια είναι μόνο η ρίζα·
τις μέρες που η νιότη μου ζούσε με παραμύθια
τα φύλλα, τα μπουμπούκια μου στον ήλιο ανεμίζαν·
τώρα μπορώ να μαραθώ πια μέσα στην αλήθεια.
⸙
ΣΕ ΠΟΙΗΤΗ ΠΟΥ ΜΕ ΒΑΖΕΙ ΝΑ ΕΓΚΩΜΙΑΣΩ ΚΑΤΙ
ΚΑΚΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ, ΜΙΜΗΤΕΣ ΔΙΚΟΥΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΔΙΚΟΥΣ ΜΟΥ
Μου λες, μιας και το ξέρεις πως συχνά
λόγια για στίχους άλλων λέω θερμά,
«ότι αυτό θα ’ταν καλή πολιτική»·
μα ποιο σκυλί τούς ψύλλους του επαινεί;
⸙
ΟΙ ΡΕΑΛΙΣΤΕΣ
Βιβλία που για έρωτες μιλούν
σε κάποια δρακοχώρα,
και πίνακες που ιστορούν
σ’ άρματα δελφινόσυρτα και μαργαριτοφόρα
νύμφες θαλασσινές, τι άλλο ξυπνούν
–αχ, να μπορούσες να το δεις!–
παρά τα όνειρα που πλάθαμε όλοι εμείς
οι δράκοι πριν χαθούν;
⸙
Η ΦΟYΣΚΑ ΤΟΥ ΜΥΑΛΟY
Εμπρός, χέρια, ζυγώστε·
τη φούσκα ετούτη του μυαλού
που μια είν’ εδώ και μια είν’ αλλού
μες στο καυκί της χώστε.
⸙
ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΕΝ ΚΑΙΡΩ ΠΟΛΕΜΟΥ
Δεν κράτησε παρά όσο ένας σφυγμός·
στον γκρίζο εκείνο βράχο που καθόμουν,
σ’ απόσκιο του ανεμοδαρμένου τόπου,
κατάλαβα ότι ψυχή έχει Ένα,
η φαντασία η άψυχη του ανθρώπου.
⸙
ΓΙΑ ΝΑ ΣΚΑΛΙΣΤΕΙ ΣΕ ΠΛΑΚΑ ΣΤΟ ΤΟΡ ΜΠΑΛΛΥΛΗ
Εγώ, ο Ουίλλιαμ Γέητς, ποιητής,
με φόρτωμα πέτρας πελεκητής
και μ’ ενός μύλου την παλιά ξυλεία
για τη γυναίκα μου τη Γεωργία
με κάποιον σιδερά από δώ κοντά
τον πύργο ετούτο έστησα ξανά·
και είθε τα γράμματα αυτά να μείνουν
όταν και πάλι όλα ερείπια γίνουν.
⸙
Ο ΤΡΟΧΟΣ
Το μεσοχείμωνο την άνοιξη ποθούμε
κι όταν πια φτάσει η άνοιξη το καλοκαίρι,
κι όταν στους κήπους τους ολάνθιστους βρεθούμε
λέμε ο χειμώνας πως δεν έχει άξιο ταίρι·
κι έπειτα ανούσιος ο καιρός κι άδειος κυλάει
κι ούτε π’ ακούμε πια της άνοιξης το βήμα
και καν δεν νιώθουμε πως το αίμα μας κεντάει
ένα μονάχα, ο καημός του για το μνήμα.
⸙
ΝΙΑΤΑ ΚΑΙ ΓΗΡΑΤΕΙΑ
Στα νιάτα θύμωνα πολύ,
του κόσμου ήμουν το παιδί
το καταπιεσμένο.
Με γαλιφιές τώρα οδηγεί,
μια ώρα αρχύτερα να βγει,
στην πόρτα αυτός τον ξένο.
⸙
Η ΓΟΡΓΟΝΑ
Μια γοργόνα έναν κολυμβητή
άρπαξε, δικός της για να γίνει,
και κορμί κολλώντας με κορμί
του έρωτα ένιωσε όλες τις χαρές·
ξέχασε όμως, στου βυθού τη δίνη
ότι πνίγονται κι οι εραστές.
⸙
ΣΥΜΒΟΛΑ
Βίγλα παλιά απ’ τις καταιγίδες τσακισμένη,
τυφλός καλόγερος τις ώρες που σημαίνει.
Κάμα που κάθε τι το σφάζει ενός σπαθιού
στη ζώνη ενός περιφερόμενου τρελού.
Του μεταξιού χρυσοραφή σ’ ένα μαχαίρι,
η ομορφιά κι η κουταμάρα χέρι-χέρι.
⸙
ΧΥΜΕΝΟ ΓΑΛΑ
Έχουμε κάνει και σκεφτεί κι αυτά,
έχουμε κάνει και σκεφτεί και τ’ άλλα,
να σκορπιστούν έφτασε η ώρα πια
καθώς στην πέτρα το χυμένο γάλα.
⸙
ΔΕΚΑΤΟΣ ΕΝΑΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ ΚΑΙ ΕΦΕΞΗΣ
Αν κι η μεγάλη ποίηση δεν θα γυρίσει πια,
πολύ το απολαμβάνουμε αυτό που ’χει απομείνει:
βότσαλα που τριζοβολούν στην ακροθαλασσιά
ενώ το κύμα αποτραβιέται και τα γδύνει.
⸙
ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ
«Είν’ όλοι αυτοί οι πλατωνιστές», μου ’πε, «κατάρα,
φωτιά που ρίχνουν να μας κάψουν οι ουρανοί,
σχήμα κενό, μια αφηρημένη σαχλαμάρα,
γυναίκες πιο πολύ παρά αρσενικοί».
⸙
ΤΡΙΑ ΣΤΑΔΙΑ
Ψάρι σαιξπηρικό στο κύμα κολυμπούσε, πέρ’ απ’ τη στεριά·
ψάρι ρομαντικό στα δίχτυα κολυμπούσε τού ψαρά·
μα τι ’ν’ όλα τα ψάρια αυτά που σπαρταράν στην αμμουδιά;
⸙
ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ ΣΤΟΥΣ ΑΓΝΩΣΤΟΥΣ ΟΔΗΓΗΤΕΣ
Το έργο που ανέλαβαν
το ’φεραν πια σε πέρας·
όλα σαν πάχνη κρέμονται
στη φυλλωσιά της μέρας.
⸙
ΤΗΝ ΚΑΘΕ ΗΤΤΑ
Την κάθε ήττα τραγουδώ, τρέμω την κάθε νίκη,
στην ίδια μάχη πολεμώ απ’ την αρχή του κόσμου,
ο βασιλιάς μου έχει χαθεί, έχει χαθεί ο στρατός μου·
όσες φορές τρέξει κανείς απ’ την αυγή ώς τη δύση
στην ίδια πέτρα τη μικρή πάνω θα σκουντουφλήσει.
⸙
ΤΟ ΣΠΗΡΟΥΝΙ
Φρικτό το βρίσκετε που κάψες και λαγνεία
με πιλατεύουνε σ’ αυτή την ηλικία·
νέος δεν είχα το χτικιό τους να με πρήζει·
μα στο τραγούδι τι άλλο πια με σπηρουνίζει;









