Μαρσύας
Μια μέραν η θεά Αθηνά νόπου χασομερούσε
πιάνει σκαλίζει δυο κλωνιά κι όπως τα συνταιριάζει
εφτιάνει τον διπλόν αυλό και πιάνει να τον παίξει.
Κοιτάει μες στον ποταμό, τηράει το πρόσωπό της –
τα μάγουλα φουσκώνουνε καθώς τόνε φυσάει
κι αλλάζουνε την όψη της κι άσχημη τήνε δείχνουν·
κατάρα δίνει του αυλού, στον ποταμό τον ρίχνει
«Όποιος τον πάρει, όποιος τον βρει, κακή κατάρα να ’χει!»
Κάποτε πέρασ’ από κει ο σάτυρος Μαρσύας,
και βλέπει μες στον ποταμό κάτι να ξεγυαλίζει.
Σκύβει ναρπάζει τ’ όργανο, στο στόμα του το βάνει
παίζει κι έναν ωριό σκοπό, πολύ καλό του εφάνη·
πιάνει περηφανεύεται, τη μύτη του σηκώνει
«Τον δίαυλο πώς παίζω γω, άλλος κανείς δεν παίζει
και στην ωδή την ξεπερνώ τ’ Απόλλωνα τη λύρα!»
Τ’ ακούει ο Φοίβος κι έρχεται γι’ αγώνισμα να στήσει
«Πιάσε, Μαρσύα, τον αυλό κι έλα να παραβγούμε
κι όποιος νικήσει τ’ αλλουνού, τον κάμει ό,τι του φέξει».
Βάνει τον Τμώλο για κριτή, τις Μούσες για μαρτύρους,
περνάει κι ο Μίδας από κει, κάθεται παραστέκει.
Παίζει ο Μαρσύας τον αυλό κι ο Απόλλωνας τη λύρα –
απόφαση δεν βγάλανε, τι ’ταν ισοπαλία.
Δεύτερο γύρο ζήτησε να κάμουνε ο Φοίβος
«Για γύρνα τον ανάποδα, ξανά να παραβγούμε».
Τόνε γυρνάει ανάποδα, ο δίαυλος δεν παίζει,
γυρνάει τη λύρα ο θεός κι εκείνη εκελάηδα.
Απόφασην εβγάλανε για νικητής ο Φοίβος.
«Ετούτο είναι άδικο!» εφώναξεν ο Μίδας.
«Πάρε δυο γαϊδάρου αυτιά, Μίδα, π’ όλα τα ξέρεις,
πάρε ν’ ακούς καλύτερα, καλύτερα να κρίνεις
κι εκεί που δε σε σπέρνουνε, μάθε να μη φυτρώνεις,
απ’ τους θεούς πιο δίκαιος του λόγου σου λογάσαι;
Έλα κι εσύ, βρε σάτυρε, που με θεούς τα βάζεις,
έλα και κοντοζύγωσε και σου ’χω τιμωρία».
Τον παίρνει και τόνε κρεμά σε πλάτανου κλωνάρι
κι έτσι που κρέμετ’ αψηλά πιάνει και τόνε γδέρνει,
παίρνει το και το δέρμα του και φτιάνει ασκομπαντούρα.
Ο Μίδας με γαϊδάρου αυτιά πού να κρυφτεί να πάει;
Φοράει σκουφί ψηλό ψηλό, να κρύβει τη ντροπή του
μ’ απ’ τον μπαρμπέρη δεν μπορεί να κρύψει τη ντροπή του.
«Μπαρμπέρη, έτσι και το πεις κι άνε τ’ ομολόγησεις,
θα σε κρεμάσω απ’ τον λαιμό κι ύστερα σου τον κόβω».
Μα μυστικό για να κρατείς, μεγάλο είναι βάρος.
Πάει κι ο μπαρμπέρης μακριά, σ’ εν’ αδειανό χωράφι,
σκάβει το με τα χέρια του κι ανεί μεγάλη τρύπα,
και φώναζεί το μέσα κει, κανείς να μην τ’ ακούσει
«Ο Μίδας – ναι, ο βασιλιάς! Έχειν αυτιά γαϊδάρου!»
Ξαλάφρωσεν ο άμοιρος, τον έφυγε το βάρος.
Πιάνει το χώμα που ’βγαλε, την τρύπα ξανακλείνει.
Το χώμα βγάζει καλαμιά, η καλαμιά λαλίτσα·
παίρνει κι ο αέρας τη λαλιά κι ολόγυρα την πάει.
Το μυστικό σαν μαθευτεί, πια μυστικό δεν είναι.
Όλοι τόνε γνωρίζουνε και τον δαχτυλοδείχνουν.
Πώς έγινε ο βασιλιάς κι έχειν αυτιά γαϊδάρου!
Εχάθηκεν ο βασιλιάς, κανείς δεν τον ξανάδε.
`
*
Αράχνη
Στης Ιωνίας τη μεριά, στην πόλη Κολοφώνα
ζει μιαν υφάντρα ξακουστή, μια κόρη παινεμένη.
Φήμες πηγαίνουν κι έρχουνται στην πόρτα της Αράχνης,
κι όλοι ρωτούν πώς έμαθε του υφαντού την τέχνη.
Μην τη δασκάλεψ’ η θεά, η Αθηνά Παλλάδα,
που ’ναι προστάτις τ’ αργαλειού, προστάτις της βελόνας;
«Δε με δασκάλεψ’ η θεά, η Αθηνά Παλλάδα
κι α θέλω γω την ξεπερνώ στου αργαλειού την τέχνη·
κι άνε τη δείτε πουθενά, πείτε της να κοπιάσει,
να βάλω κάτω την κλωστή, να βάλω το στημόνι,
να βάλω τις τουλούπες μου απά στην ηλακάτη,
να γνέσω τα υφάσματα κι όλα τα μαλλιακά μου,
να κάτσει εκείνη να κοιτά, να βλέπει να μαθαίνει».
«Κόρη μου, τέτοια να μη λες, με τους θεούς μην παίζεις».
«Άσε, πατέρα, άσε με και ξέρω γω τι λέω».
Μαθαίνει το και η θεά, η Αθηνά Παλλάδα,
πως μία κόρη θνησιμιά, μια κόρη φουσκωμένη
εβάλθηκε να χαλαστεί, μεγάλα λόγια λέει.
Βάνει ανθρώπου φορεσιά και γραία κατεβαίνει.
Φτάνει στην πόρτα του σπιτιού, στην πόρτα της Αράχνης
κι ακούει ’πο μέσα να βαρούν οι δρούγες και τα χτένια.
Βγαίνει στην πόρτα η κορασιά και τη γριά ξανοίγει
«Πες μου, γιαγιά, κι έχω δουλειά, πες μου το τι γυρεύεις;»
«Να μπω μέσα, παιδάκι μου, να ιδώ σε που υφαίνεις,
να ιδώ τι σου ’μαθ’ η θεά, η Αθηνά Παλλάδα».
«Φύγε, γριά, παράτα με κι εσύ και η θεά σου,
την τέχνη μόνη νέμαθα και τη θεά περνάω!
Και άιντε τράβα στο καλό και πίσω μη ξανάρθεις!»
Τα παλιορούχα νέβγαλε, τ’ ανάστημα σηκώνει
και φαίνει η θεϊκή στολή, η χρυσοκεντημένη
κι όλα τα που ’χει η θεά μπρος στης θνητής τα λίγα
«Πιάσε τον αργαλειό, μικρή, για να λογαριαστούμε,
γιατί πολλά μάς τα ’κανες, πολύν αέρα πήρες».
Καθίζει η νια στον αργαλειό, και σ’ άλλον η Παλλάδα
κι αρχίζουν να δουλέυουνε, μπρος-πίσω να χτυπάνε·
και της θεάς το υφαντό πολλές εικόνες έχει
κι όλες να δείχνουνε θνητούς, να δείχνουν μαρασμένους,
να δείχνουν τους ταλαίπωρους που με θεούς τα βάλαν.
Και της Αράχνης το υφαντό πολλές εικόνες έχει
κι όλες να δείχνουνε θεούς, να δείχνουν βασιλιάδες
και τα πολλά καμώματα, τα ξεχαλινωμένα.
Πιάνει το και ξεσκίζει το σαν η θεά το βλέπει
και με το χέρι ακουμπά της κόρης το κεφάλι.
Μη μάγια να της έκαμε, μην τήνε καταράσθη;
Μην και κατάλαβ’ η φτωχή σε τι σφάλμα ’χε πέσει;
Κι από τις τύψες τις πολλές κι απ’ την πολλή ντροπή της
επήγε κι εκρεμάστηκε στης αγοράς το δέντρο.
Τήνε λυπήθηκ’ η θεά και τη ζωή τής δίνει
μα ο Δίας δεν την άφησε γι’ άνθρωπο να την κάμει·
μόν’ τσ’ αφήνει το όνομα και του ’φαντού τη τέχνη.
`
*
Θίσβη και Πύραμος
Η Θίσβη και ο Πύραμος ζούνε στη Βαβυλώνα
κι είν’ δροσεροί στον έρωτα και στην αγάπη φρέσκοι.
Τα γονικά δε θέλουνε οι δυο τους για να σμίξουν
και τους κρατάνε χωριστά και τους κρατάνε χώρια.
Μα είν’ οι κάμαρες κοντά, είν’ όμορες οι κλίνες
κι ανάμεσα μεσοτοιχιά κι ανάμεσα ντουβάρι.
Έχ’ η μεσοτοιχιά ρωγμή, ράισμα το ντουβάρι
κι αυτοί ακουμπάν τα χείλη τους, τ’ αυτιά τους ακουμπάνε
και σαν το φεγγαράκι βγει κι ο ήλιος καλοδύσει
μιλάνε λόγια της καρδιάς και λόγια της αγάπης –
η Θίσβη από τη μια μεριά, ο Πύραμος στην άλλη
«Μ’ ακούς, αγάπη μου, μ’ ακούς, μ’ ακούς που σου μιλάω;»
«Σ’ ακούω, Πύραμε, σ’ ακούω, κι είν’ η φωνή σου μέλι».
«Πρέπει και θέλω να σε δω, να σε σφιχταγκαλιάσω,
κι άλλο χωρίς σου δεν μπορώ, δίχως σου δεν αντέχω.
Είναι ο ήχος σου γλυκός, βάλσαμον η φωνή σου,
μ’ α δεν αγγίξει το κορμί, τα χέρια α δε χαϊδέψουν,
α δε μυρίσει η αγκαλιά, τα χείλη α δεν ενώσουν,
μέν’ η αγάπη μας μισή κι ο έρωτας χωλαίνει».
«Πύραμε, για τα σένανε και στη φωτιά θα πέσω·
κι ασ’ λέγουνε οι γείτονες κι οι μάνες ας φωνάζουν –
οι γείτονες είναι κακοί κι οι μάνες συγχωρνάνε·
δεν είν’ ο έρωτας ντροπή, δεν είν’ η αγάπη κρίμα!
Πες μου το πότε και το πού κι εγώ να σ’ ανταμώσω!»
«Άυριο βραδίς νωρίς νωρίς, σα βγει το φεγγαράκι,
να πάμ’ εκεί στο ύψωμα, στου Νίνου το μνημούρι,
που ’χει την κρήνη στην αυλή, νεράκι κρουσταλένιο,
έχει και μια μουριά καλή που βγάζει νάσπρα μούρα».
«Ας κάνουμε υπομονή μια νύχτα και μια μέρα
κι αύριο το βράδυ σα θα ’ρθει, πέφτουμε στην αγάπη».
Κι ήρθε τ’ αυριανό πουρνό, ήρθε και το βραδάκι
κι οι νέοι βγήκανε σκαστοί, στο ύψωμα πηγαίνουν.
Η Θίσβη πρώτη νέφτασε, στην κρήνη πλησιάζει.
Θωρεί λιοντάρι κι έρχεται στην κρήνη για νεράκι,
ταράχθηκεν η κορασιά και κρύβεται ξωπίσω,
κι απ’ την πολλή λαχτάρα της κι από το φοβικό της
της παραπέφτει το λευκό, καλό της μαντηλάκι.
Χορτάτος ήρθ’ ο λέοντας, μοσχάρι ’χε για δείπνο
και στάζανε τα δόντια του του μοσχαριού το αίμα.
Βρίσκει το ύφασμα λευκό, σκουπίζει τη μουσούδα
και το γεμίζει ναίματα και το γεμίζει σάλια.
Φτάνει κι ο Πύραμος αργός, φτάνει λαχανιασμένος,
θωρεί της Θίσβης το υφαντό στα αίματα γιομάτο,
βλέπει και τις πατημασιές του λιονταριού στο χώμα.
«Βάι, και το που έπαθα! Βάι μου και τι θα κάμω!
Έχασα την αγάπη μου, τον κόσμο δεν τον θέλω!»
Πιάνει στο χέρι το σπαθί, το βγάνει απ’ το θηκάρι,
ψηλά ψηλά το σήκωσε και στην καρδιά το μπήγει.
Ξεκρύβεται κι η κορασιά, πηγαίνει για την κρήνη.
Θωρεί τ’ αγόρι καταγής στο αίμα βουτηγμένο,
θωρεί και το μαντήλι της κι αυτό ’ματοβαμμένο
«Βάι, και το που έπαθα! Βάι μου και τι θα κάμω!
Έχασα την αγάπη μου, τον κόσμο δεν τον θέλω!»
Τραβά ’π’ τ’ αγόρι το σπαθί και στην καρδιά το μπήγει.
Κι από το αίμα το πολύ νεβάφτηκε το χώμα
κι από το χώμα τράβηξαν οι ρίζες και τα κλώνια –
βγάζουν τα μούρα κόκκινα, βγάζουν τα μούρα μαύρα.
`
*
Φαέθων
Έχειν ο Ήλιος ένα γιο, έχει και πέντε κόρες
–ο μορφονιός Φαέθωνας κι οι πέντε Ηλιάδες–
κι ο γιος του είναι ζωηρός, είναι και πεισματάρης
κι όντε λαλάει ο πετείνος, ζητάει του πατέρα
«Δώσε, πατέρα, τ’ άρμα σου κι εγώ να τ’ οδηγήσω,
δώσ’ μου να φέρω τ’ ουρανού μια γύρα και μια βόλτα».
«Φαέθωνα, σου το ’πα μια, σου το ’πα κι άλλες δέκα –
το άρμα θέλει φρονησιά, τα γκέμια θέλουν μπράτσα
κι εσύ ακόμα είσαι μικρός και τα πρεπά δεν έχεις».
«Δώσ’ το μονάχα μια φορά, δε στο ξαναζητάω!»
«Τι να σου πω, παιδάκι μου, μ’ έπρηξες το συκώτι!
πάρ’ το και φέρε τ’ ουρανού μια γύρα και μια βόλτα,
κι έχε το νου σου, φουκαρά, μη κάνεις καμιά τρέλλα·
με τα ουράνια δε γελούν, με τη φωτιά δεν παίζουν».
Βάνει χαμόγελ’ ως τ’ αφτιά, φιλάει τον πατέρα,
βάνει φωνή στις αδερφές να βγουν να καμαρώσουν,
βάνει στα πόδια του φτερά, πηδάει απάνω στ’ άρμα.
Τέσσερ’ αλόγατα γερά με χρυσαφένια χαίτη,
ολόλευκα σαν το χιονιά και λαμπροστολισμένα,
πο ’χουν του ρήσου τα πλουμιά, της αστραπής τα μάτια,
χτυπούν τα πόδια τους στη γη, στον ουρανό καλπάζουν.
Σαν ανεβήκανε ψηλά, σαν βγήκαν στους αιθέρες,
σα βγήκαν στο ζωδιακό, τα ζώδια σα κοιτάζουν,
τηρά ο μικρός τον Κάβουρα, βλέπει και το Λιοντάρι,
κι εκεί που βλέπει το Σκορπιό, ταράσετ’ η καρδιά του·
ρίχνει το βλέμμα καταγής και τη σειρά του χάνει –
χαλάρωσαν τα χαλινά, του φύγανε τα γκέμια,
αφήνιασαν τ’ αλόγατα κι αρχίσαν αγριάδες.
Να τα κρατήσει δε μπορεί, να τα μαζέψει όχι.
Καλπάζουν τ’ άλογα ψηλά, παγώνουν τα χωράφια·
καλπάζουνε και χαμηλά, καίγονται τα χωράφια.
Τον βλέπει ο Ζεύς από ψηλά, τραβάει τα μαλλιά του,
αρπάζει κι έναν κεραυνό και τον εξακοντίζει,
βαράει τον Φαέθωνα κι απ’ τ’ άρμα τον γκρεμίζει –
πέφτει μες στον Ηριδανό, πέφτει μες στο ποτάμι.
Λυπήθηκαν οι αδερφές, οι πέντε Ηλιάδες
κι επήγαν να τον κλάψουνε στου ποταμιού την όχθη.
Τον κλάιγαν, τον θρηνούσανε τρεις μέρες και τρεις μήνες
κι εγίνηκαν τα δάκρυα ωραίο κεχριμπάρι,
γινήκανε κι οι λυγερές ιτιές π’ ακόμη κλαίνε.
Πήγε ψηλά κι ο ποταμός τ’ αστέρια να ποτίζει.
`
*
Πυγμαλίων και Γαλάτεια
Είναι ο Πυγμαλίωνας της Κύπρου βασιλέας·
και στο σκαρπέλο είν’ μάστορας, στο σμίλεμα τεχνίτης.
Βρίσκει το φίλντισι καλό, το μάργαρον ωραίο,
πιάνει να φτιάξειν άγαλμα, φτιάνει την Αφροδίτη.
Σαν είναι μάστορας καλός κι είναι καλός τεχνίτης,
βγαίνει το άγαλμαν ωριό, βγαίνει πετυχημένο,
έχει τα κάλλη της θεάς κι όλη την ομορφάδα.
Της έκαμε μακριά μαλλιά να πέφτουνε στους ώμους,
της έκαμε λευκό λαιμό για φίλημα και χάδι,
της έκαμε κι ωραία βυζιά, ωσάν τα λεμονάκια·
της βάνει πέπλο να φορεί, στην κόμη της στεφάνη
κι όταν το έργο τέλεψε στέκει και το θαμάζει.
Ανάψαν μέσα του φωτιές καθώς το καλοβλέπει·
στα γόνατα παράπεσε και της θεάς μηνάει
«Κοίτα τι σου ’φτιασα, θεά, μεγάλη Αφροδίτη,
κι εγώ εσένα λαχταρώ, να κοιμηθώ μαζί σου!
Μα εγώ θνητός κι εσύ θεά, και να το πω δεν κάνει.
Μια χάρη μόνο σου ζητώ, μια χάρη περιμένω –
δώκε στο άγαλμα ζωή, δώσ’ του να γίνει σάρκα
κι εγώ να τήνε παντρευτώ, γυναίκα να την πάρω,
παιδιά να φέρουμε στο φως για εσένα να τιμούνε!»
Σαν τέλεψε την προσευχή και σαν ορθός σηκώθη,
έν’ αεράκι δροσερό μπήκ’ απ’ το παραθύρι,
κι εχάιδεψε του τα μαλλιά και τ’ άνοιξε τα μάτια.
Πάει κατεβαίνει στη γιορτή, κάθεται κρασοπίνει,
και σαν ετέλεψ’ η γιορτή, για πίσω να πηγαίνει.
Σαν μπαίνει στο παλάτι του και στο δωμάτιόν του,
θωρεί το άγαλμα γυμνό στην κλίνη ξαπλωμένο·
γυναίκα κείνο γίνηκε, λευκή ωσάν το γάλα –
«Γαλάτεια!» τήνε φώναξε κι ερίχτη στο κρεβάτι.
Του κάμ’ εκείνη δυο παιδιά – τον Πάφο, τη Μεθάρμη,
κι αυτά σηκώσανε χωριά, σηκώσαν πολιτείες,
σηκώσαν της θεάς ναούς, τιμούν την Αφροδίτη.









