Θνησιγόνες εποχές

Ξυπνήστε με όταν τελειώσει ο παραλογισμός.

Θνητοί και βασιλιάδες, με κορώνες μολυσμένοι.
Με του μαξιλαριού το ύφασμα πάνω στη μοναξιά και τις πληγές τους.

Σφυρηλατώ την ευτυχία από ένα κομμάτι χαρτί,
με ένα χτύπημα, ίσα ίσα να ανοίξει το μυαλό μου.

Ξέρεις, ήταν παιδιά που έφτιαξαν τις εποχές,
κομμένες και ραμμένες στα μέτρα τα δικά μας.

Με είπαν τρελό·
εμένα
που μες στην παράνοια του σήμερα,
έφτιαξα γαϊτανάκι
από γάζες βουτηγμένες στο αίμα
και γελούσα.

Ακούω φωνές,
-ή μήπως νότες από σκουριασμένο ρέκβιεμ;-
κλεισμένος στο κλουβί που εσείς φτιάξατε ακόμη ονειρεύομαι,
και συνειδητοποιώ το τίποτα,
το ελάχιστο της ύπαρξής μου.

Σιμώνει απειλητικά η δυσωδία αποσύνθεσης:
το αποστεωμένο κουφάρι
του ποιος ήμουν,
ποιος είμαι
και ποιος γίνομαι.

Εγωπάθεια

Δεν ήταν πάντα τόσο σκοτεινά.

Κάποιος έκλεισε τα φώτα των ανθρώπων,
να μη βλέπει,
να μη βλέπει τον εαυτό του.

Δεν έκανε πάντα τόση ησυχία.

Κάποιος έσβησε τις φωνές των ανθρώπων,
τα γέλια των παιδιών,
να μην ακούει τίποτα,
μόνο τον εαυτό του.

Ήταν κάποιος που βρήκε τον θάνατο από το χέρι το δικό του
για να μην τον σκοτώσουν.
Ήταν εκείνος που προσπαθούσε να σώσει τη δική του χάρτινη, μικρή αξιοπρέπεια.

Αυτός ο κάποιος είσαι εσύ,
το είδωλο που στον καθρέφτη βλέπεις κάθε πρωί
και μοιάζει με σκιά.

Είμαι εγώ.

Αμετανόητα εγωπαθείς,
προσπαθούμε να κλέψουμε μια σταγόνα ζωής
στο κατώφλι του σπιτιού των πεθαμένων
πριν χαθούμε
-αναπόφευκτα-
στη λήθη.

 

Η μπαλάντα της παράνοιας (Εν καιρώ covid-19)

Παράνοια.

Δεύτερη φύση μας,
κυρίαρχη σε εποχές αβεβαιότητας.

Παράνοια-
Άνθρωποι ανδρείκελα
υποχείρια μίας κάλπικης πραγματικότητας
-μονίμως επιφυλακτικής-
που ελπίζουν στο αύριο
με αντισηπτικά ενέσιμα και θεραπείες με solarium.

Άλλη μια δύσκολη κατάσταση.

Με τη σκέψη συμπαγή- δυσκίνητη απ’ την κλεισούρα,
μετρώ παθητικά
νεκρούς και κρούσματα,
χορεύοντας το βαλς της απομόνωσης.

Είμαι νεκρή, μα ξέρω πως δεν είναι έτσι οι νεκροί,
μόνο αυτοί που πάσχουν από μοναξιά.

Κι εκεί, ανάμεσα σε ξένα έπιπλα
και σωριασμένα βιβλία,
-επιμελώς, όμως, ψεκασμένα με Dettol-
μεθυσμένη,
κάνω γαργάρα με τα σπασμένα γυαλιά στο πάτωμα.

Παράνοια, άλλωστε, τι να πεις;

Αποτέφρωση συνειδήσεως

Παραπανίσια δόση συναισθημάτων στη γυάλινη σύριγγα.

Ο άνθρωπος εκείνος, πέθαινε ήδη μέσα του,
πολύ πριν τελειώσει η νύχτα.

Ακροβατούσε στο σχοινί του θανάτου, του τέλους.
Ισορροπούσε, ξέρεις, ανάμεσα στην ολότητα και το τίποτα·
σαν βρέφος στο χείλος του τάφου,
σαν γέρος στην κούνια.

Συνάντησε μάλλον τις σειρήνες,
και την Ιθάκη του έπαψε να αναζητά,
μα ήταν ήδη στην Ιθάκη.

Άγγιξε, ξέρεις, τον πάγο για να ζεσταθεί.

Ανάβει τσιγάρο, η νικοτίνη στα χείλη του,
θυμίζει εκείνο το φιλί στο μέτωπο, ξεψυχισμένο όμως.

Ο άνθρωπος πέθανε, εκείνη τη νύχτα,
για κείνο το όνειρο που είχε ακόμη.

Σκοτάδι παντού.

Και σου τ’ ορκίζομαι, στον τάφο του πάνω χαραγμένο
‘’Ενθάδε κείται το όνειρο’’

Ξέρεις.
Άλλωστε, εσύ ήσουν ο άνθρωπος.