Από τη συλλογή Η παρέλαση, 1976.

Απέναντι στο σπίτι μας ήταν ο λάκκος. Ήταν για τα θεμέλια του σπιτιού που δεν το χτίσανε γιατί ήρθε η κατοχή. Έτσι απόμεινε μονάχα ο λάκκος, σκαμμένος κανονικά απ’ τις δυο μεριές, κατηφορικός από τις άλλες, προς το σταυροδρόμι, για να κατεβαίνουνε, ως φαίνεται, τα φορτηγά που κουβαλούσανε τα μπάζα. Στο λάκκο κάναμε τα πιο πολλά παιχνίδια μας. Παίρναμε λαμαρίνες και τις γυρνούσαμε κατά πάνω σαν έλκηθρο, ανεβαίναμε απάνω και γλιστρούσαμε στην κατηφόρα μέχρι τον πάτο του λάκκου, όπου φυτρώνανε τσουκνίδες ανάμεσα σε σκουριασμένα ντενεκέδια, παλιοσιδερικά και λογιώ λογιώ βρωμιές. Οι τσουκνίδες τσιμπούσανε και φέρνανε φαγούρα. Μάλιστα, εκεί που τσιμπιόσουνα πρηζότανε το δέρμα σα να του είχανε περάσει από κάτω κουμπί. Έπρεπε τότε να το τρίψεις με φύλλο από μολόχα κι η φαγούρα κοβότανε μαχαίρι. Αν πάλι δεν έβρισκες μολόχα —πού να τη βρεις;— έκανες ένα σταυρό με το νύχι απάνω στο πρήξιμο και μονομιάς ο πόνος έδιωχνε τη φαγούρα.

Ο λάκκος ήταν παγίδα πλάι στο σκοτεινό δρόμο. Ήτανε, βλέπεις, κι η συσκότιση, κι αυτοί οι πεταλάδες που μόλις βράδιαζε κάνανε περιπολία κι άμα βλέπανε καμιά φωτεινή χαραμάδα στο παράθυρο στήνονταν από κάτω και φώναζαν «φως φως» με τις αγριοφωνάρες τους, όσο να ταιριάσεις την κουβέρτα και να μη φέγγει καθόλου. Έτσι τη νύχτα η γειτονιά ήτανε θεοσκότεινη, κι άμα δεν ήξερες τους δρόμους και προπάντων άμα ήσουνα μεθυσμένος μπορούσες να βρεθείς σούμπιτος οχτώ μέτρα μες στο λάκκο.

Έτσι μεθυσμένος βρέθηκε ο Ζάκας, ο δικηγόρος στη γειτονιά εκείνο το βράδυ, έπεσε μες στο λάκκο και τσάκισε το πόδι του. Βγήκαμε να τον σηκώσουμε μ’ όλο που ήταν απαγορευμένη η κυκλοφορία κι αυτός αντίς για «ευχαριστώ» μας σκυλόβριζε «κομμούνες» κι άλλα· κι αυτό γιατί; Γιατί, λέει, ήθελε καλά και σώνει να κοιμηθεί απόψε στο σπίτι μας κι αύριο έβλεπε. Μα ο πατέρας είδε το χάλι που ‘χε το ποδάρι του κι έτρεξε και τηλεφώνησε στον Ερυθρό Σταυρό, κι ήρθανε και τον πήρανε.

Έτσι επικίνδυνος ήταν ο λάκκος κι εμείς τον κάναμε ακόμη πιο επικίνδυνο με τ’ ακροβατικά μας στην άκρα του και το ψαχτήρι μας μες στο σκουπιδαριό που πέταγαν οι Γερμανοί απ’ το Φρουραρχείο. Εκεί μες στο βουνό απ’ τα σκουπίδια βρίσκαμε καμιά φορά πράγματα χρήσιμα για το σπίτι, κι ακόμα σφαίρες και βλήματα αχρηστεμένα. Το Μάριο το ζηλεύαμε όλοι, γιατί είχε βρει μια άδεια δεσμίδα από πολυβόλο, δυο μέτρα, και μονοκόμματη, και την κουβαλούσε συνέχεια μαζί του, χιαστί στο στήθος και δυο κάτια στη μέση. Όμως δεν άργησε να γίνει το κακό. Μια μέρα που ψάχναμε με τον Ευθυμάκο στο λάκκο, ο Ευθυμάκος βρήκε μια ιταλικιά χειροβομβίδα απ’ αυτές που ήτανε ένας κύλινδρος που ξεβίδωνε στη μέση. Εγώ ήξερα πως είναι χειροβομβίδα γιατί είχα δει μια ίδια στης θείας μου που την είχε για τσιγαροθήκη. Του είπα να μη την πειράξει, μα αυτός σημασία δε μου ‘δωσε, ήτανε βλέπεις μεγαλύτερος και τη χτυπούσε απάνω σε μια πέτρα γιατί στο βίδωμα είχε πιάσει σκουριά και δεν άνοιγε. Μ’ έπιασε φόβος ξαφνικός κι ανεξήγητος κι έτρεξα προς τα πάνω και τότε ακούστηκε το «μπαμ» κι ούτε που το κατάλαβα για πότε βρέθηκα τιναγμένος εκεί που βρέθηκα και παραζαλισμένος. Είδα τους μεγάλους να κατηφορίζουνε στο λάκκο, άλλοι με ψάχνανε στο σώμα να δουν τι έπαθα κι άλλοι κουβαλούσαν τον Ευθυμάκο με καταματωμένα τα μούτρα του, αναίσθητο κι η κυρά Λισάβετ με πήρε αγκαλιά στο σπίτι μας, μου ‘δωσε να πιω νερό με ζάχαρη και μ’ έβαλε να κατουρήσω μια κι η μάνα μου τα ‘χε χαμένα κι έτρεμε ολόκληρη απ’ τη λαχτάρα της. Σε κάνα μήνα φέραν τον Ευθυμάκο απ’ το νοσοκομείο μ’ έναν επίδεσμο γύρω στα μάτια κι από τότε είναι τυφλός.

Εκεί στο λάκκο έφερνε την πελατεία της τα βράδια κι η «Μοναξιά», έτσι τη φωνάζαμε μια και δεν ξέραμε τίποτα γι’ αυτήν. Ούτε τ’ όνομά της. Μονάχα ξέραμε πως είχε νταβατζή τον Αλέκο τον ταγματαλήτη με τη μοτοσυκλέτα. Αυτός, ο Αλέκος, έφερνε τους πελάτες, όλοι των ταγμάτων ασφαλείας κι η Μοναξιά έστρωνε μια κουρελού στην πιο σκοτεινή γωνιά του λάκκου και περνιόταν νουμεράδα από δέκα δώδεκα νοματαίους. Κι ο Αλέκος έπιανε κουβέντα μ’ όσους περίμεναν τη σειρά τους και τότε εμείς βρίσκαμε ευκαιρία να βγάλουμε κεφάλι πάνω από το λάκκο και βλέπαμε. Όλοι τον φοβόντανε στη γειτονιά τον Αλέκο. Λέγανε πως είχε σκοτώσει απάνω από δέκα. Ήτανε ένα «κάθαρμα», όπως έλεγε ο πατέρας μου. Γύριζε με τη μοτοσυκλέτα και δε λογάριαζε κανένα. Πείραζε με χοντράδες τα κορίτσια, άστραφτε μπάτσους σ’ όσους τόλμαγαν να τον κοιτάξουν κι έκανε «ντου» στα μαγαζιά, κι άρπαζε ό,τι έφτανε. Μόνον ο Κώστας τα ‘βαλε μαζί του. Και τι κατάλαβε; Ο Κώστας δούλευε εργάτης στο ΦΙΞ μαζί με τον πατέρα του, τον κυρ-Αναστάση. Το σπίτι το κράταγε η αδερφή του η Δαφνούλα, προκομμένο κι όμορφο κορίτσι. Μια Κυριακή απόγευμα κατέβαιναν ο Κώστας κι η Δαφνούλα βόλτα για την παραλία. Από κάτω ερχόταν ο Αλέκος με τη μηχανή. Όταν έφτασε μπροστά τους φρενάρησε, τι είπε τι δεν είπε της Δαφνούλας, κι ο Κώστας τ’ ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι κι άστραψε δυο χαστούκια, μα τι χαστούκια του Αλέκου, που για μια στιγμή έμεινε σύξυλος. Ύστερα ψαχούλεψε το πιστόλι του, μα το άφησε κι έπιασε να γελάει, ένα γέλιο αφύσικο, μαρσάρησε και χάθηκε κατά το Ιπποδρόμιο. Τρεις μέρες μετά βρήκανε τον Κώστα σκοτωμένο μες στο λάκκο, τρεις σφαίρες, οι δυο στο στήθος, η άλλη στην κοιλιά κι όλοι το φόρτωσαν στον Αλέκο. Γιατί, ποιος ήθελε το κακό του Κώστα; Αυτός πουθενά δεν ανακατευότανε. Δουλειά και σπίτι μόνον ήξερε ή το πολύ πολύ σε κάνα ματς ή καμιά βόλτα με την αδερφή του. Ύστερα γιατί εξαφανίστηκε ο Αλέκος μια βδομάδα, αυτός που άλλοτε αλώνιζε τη γειτονιά με τη μοτοσυκλέτα μέρα νύχτα; Σαν όμως πέρασε βδομάδα ακούσαμε, μεσάνυχτα, τη μηχανή του να μουγγρίζει πάνω κάτω κι όλοι το ξέραμε πως αυτός ήταν, μα ποιος κοιτούσε να ξεμυτίσει. Ξαφνικά, καθώς περνούσε απ’ το λάκκο ακούστηκε ένας κρότος δυνατός κι ύστερα η μηχανή που κατρακυλούσε στο λάκκο κι ύστερα τίποτα. Ο πατέρας έκανε να πάει να δει. Η μάνα μου του έφραξε την πόρτα.

«Έχεις μικρά παιδιά», του είπε, κι εγώ μ’ όλο που δεν πολυκατάλαβα βρήκα πως είχε δίκιο η μητέρα μου κι απόμεινα να κοιτάζω μαζί με τους άλλους από τις γρίλιες. Τα ξημερώματα άρχισαν ένας ένας οι γειτόνοι και βγαίνανε και πήγαιναν στο λάκκο αμίλητοι. Πήγαμε και εμείς κι είδα τον Αλέκο ανάσκελα, πεθαμένο μες στο λάκκο, κι από πάνω πλακωμένο με τη μηχανή. Ύστερα ακούστηκε τ’ αυτοκίνητο των ταγμάτων κι η γειτονιά σκόρπισε.

Λίγο καιρό μετά, ο πόλεμος τελείωσε· κι άρχισαν τα δικά μας τα χειρότερα. Όταν όλα ησύχασαν, εκεί που ήταν ο λάκκος χτίστηκε μια καινούργια πολυκατοικία, που ήταν γεμάτη καλοντυμένους κυρίους, αφράτες γυναίκες και πεντακάθαρα μίζερα παιδάκια

 

 

*********************************

Ο Τόλης Καζαντζής γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και σπούδασε νομικά. Άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου στην ίδια πόλη. Ασχολήθηκε κυρίως με την πεζογραφία. Τα θέματά του αναφέρονται στη ζωή της Θεσσαλονίκης, κατά τη διάρκεια της Κατοχής και της μετακατοχικής περιόδου. Έγραψε επίσης κριτικές για βιβλία και μελήματα για τη λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο μυθιστορηματικής βιογραφίας για το βιβλίο του: Μια μέρα με τον Σκαρίμπα. Έργα του: Η κυρα-Λισάβετ (1975), Η παρέλαση (1976), Ενηλικίωση (1980), Οι πρωταγωνιστές (1983), Μια μέρα με τον Σκαρίμπα (1985), Καταστροφές (1987), Το τελευταίο καταφύγιο (1989), Ματαιότης ματαιοτήτων (1994). Τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας (1986).