ΤΟ Α΄ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ:

Σπύρος Αραβανής, «Σημειώσεις από μιαν αόρατη ηλικία»

Ι.

Τα φαινόμενα επαιτούσαν τον χρόνο μας

μας εμείς πού χρόνος για θαύματα;

Κάθε πεταλούδα ή μια πόρτα δωματίου

έφερνε ένα αεράκι

που θύμιζε τις μελλούμενες διαψεύσεις μας.

Κι όταν κάποιο από αυτά

κατάφερνε να κλέψει για λίγο την προσοχή μας,

τα πελώρια παιδικά μας μάτια

το τρόμαζαν και έφευγε νικημένο

σαν τον νεκρό στρατιώτη

που αποχωρεί από τη μάχη

έχοντας όμως νοτίσει με το αίμα του

 

το αυριανό χώμα.

 

`

*

ΙΙ.

Η ευτυχία είχε όνομα.

Ήταν σαν απόδειξη αγοράς·

ήξερες τι ζητούσες και τι αποκτούσες.

Ο περιορισμός της

ήταν ταυτόχρονα και η ελευθερία της,

η ολοκλήρωση του νοήματός της,

η ίδια της η ύπαρξη.

Η ευτυχία είχε μέλλον.

Σαν τις συμβάσεις αορίστου χρόνου,

δίχως τα συμβόλαια του πάθους

και τις ληξιπρόθεσμες επιταγές του έρωτα.

Η ευτυχία έχει μνήμη.

 

Της απώλειας.

 

*

III.

Δεν ήξερα τι να κάνω την ελευθερία μου.

Δεν ήξερα καν πώς να την ονοματίσω.

Στον καθρέπτη έβλεπα χιλιάδες είδωλα

στη μέρα χιλιάδες ώρες

και σαν σκιά χιλιάδες σκιές.

Το σώμα μου ήταν ένα αχαρτογράφητο τοπίο

και το μυαλό μου μιαν ανεξερεύνητη λίμνη.

Κάθε μέρα ανακάλυπτα τον κόσμο

και κάθε νύχτα τον αναπαριστούσα

όπως ήθελα.

Οι ενοχές και οι ανησυχίες ήταν απλώς λήμματα

στο λεξικό

και οι διαψεύσεις όρος ανεφεύρετος.

Μόνο ένας φόβος με δέσμευε τα βράδια:

μην μπει ο διαρρήκτης

και μου κλέψει τα στρατιωτάκια.

Κι αν μπήκαν πολλοί διαρρήκτες

στη ζωή μου

και μού έκλεψαν τα πάντα

στη συσκευασία του χρόνου

 

τα στρατιωτάκια είναι ακόμα δικά μου.

`

 

*

IV. 

Το φύλαγα πάντα κάτω απ’ το κρεβάτι.

Μικρό και ξύλινο, απο φύλλο καρδιάς.

Μέσα του έκλεινα τις αποδείξεις μιας ολόκληρης ζωής

-που θα ΄ρχοταν-

και τα πιστοποιητικά υπάρξεως:

ένα χαρτί με στίχους,

μια πλαστική κιθάρα

και ένα μικρό τετράροδο ποδήλατο.

Το άνοιγα και ανέβλυζαν σαν συντριβάνι

οι διάλογοι με το αόρατο

και οι μονωδίες για το δολοφονημένο μυρμήγκι

ή τον σκισμένο χαρταετό

-πράγματα ασήμαντα που τόσο

σε πληγώνουν παιδί-.

Όταν ξεκίνησα τις πτήσεις μου

το είχα πάντα μαζί μου

κάτω απ’ τα κρεβάτια.

Αυτό, λοιπόν, είναι το μαύρο κουτί

που θα τα μαρτυρήσει όλα

 

μετά την πτώση του σώματος.

 

*

V.

Τότε

είχα την εντύπωση

ότι δεν πρέπει να μετράς τα αστέρια

γιατί βγάζεις σπυριά στη γλώσσα σου.

Τώρα

φοβάμαι

να μετρήσω τα χάδια μου

μην τύχει και βγάλω πανάδες στα χέρια.

Θεέ μου,

ποια ηλικία έχασες

 

και μου γυρεύεις πίσω;