Σπύρος Αραβανής, «Σημειώσεις από μιαν αόρατη ηλικία»

` Ι. Ακουμπώ το χερούλι της παιδικής μου πόρτας σαν να κάνω χειραψία με έναν άγνωστο. ` ΙΙ. Ανακάλυψα το σώμα μου τυχαία όπως εξερευνούσα τον γύρω χώρο. Μια παλλόμενη αίσθηση, προμήνυμα των ετερόφωτων ηδονών, πλημμύρισε το δωμάτιο σαν μια αχτίδα ήλιου που καρφώνεται κάθετα στο πρόσωπό σου. Ένα άσπρο κύμα ζεστό έδρεψε την αιδώ -η αίσθηση θα χανόταν αργότερα μέσα στους λαβυρίνθους της αισθητικής- κι ένας νεός κόσμος ανέτειλε. ` ΙΙΙ. Η σιωπή ήταν τότε ένας ανθισμένος κήπος· οι λέξεις κρέμονταν απ’ τα κλαδιά των δέντρων όχι σαν απαγορευμένοι καρποί αλλά σαν πέτρινα καλόχτιστα γεφύρια. Ακούγονταν παντού νερά και γέλια ανερμήνευτα χωρίς τις αυριανές υποψίες. Τα πουλιά διαλαλούσαν αθώα τη ψυχή τους και τα ανήμερα ζώα έγλυφαν το τρίχωμά τους με την ίδια μελλοντικά συμβιβασμένη γλώσσα. Χανόμουν για χρόνια μέσα σ’ αυτό τον κήπο μέχρι εκείνο το πρωινό όταν εμφανίστηκε στο κατώφλι του ο ανθρώπινος ήχος. ` IV. Όλα τα αντικείμενα με καλούσαν να τα γνωρίσω. Εκατοντάδες μικρές γλωσσίτσες γύρω μου διαλαλούσαν την πραμάτειά τους σαν σε μεγαλοπάζαρο. Κι εγώ δεν ήξερα ποιο να πρωτοαγγίξω, όλα τόσο θελκτικά και … Συνεχίστε να διαβάζετε το Σπύρος Αραβανής, «Σημειώσεις από μιαν αόρατη ηλικία».