Πώς να ερωτευθείς στο κρύο;
Στη μπόρα που πέφτει πλάγια ξυράφι;
Πώς, στην ομίχλη που τσούζει τα μάτια
να διακρίνεις τον αγαπημένο που άργησε;
Πώς να ξαφνιάσεις, αναπάντεχα, το άδικο όνειρο,
να σπάσεις το σκληρό καύκαλο του εφιάλτη,
κάτω από αυτόν τον χλιαρό ήλιο;
Οι θεραπαινίδες γριές,
δεν με ακούν,
κροταλίζουν τα δόντια,
τρίβουν τα χέρια από τα κρυοπαγήματα,
μέσα στις μαύρες ποδιές τους,
σημειωτόν χτυπούν τα πόδια:
“Πως καίει τα πέλματα ο πάγος, Φαίδρα,
πως χαρακώνει τη φτέρνα,
το λογισμό,
του χειμώνα το λίθινο αγκωνάρι!
Πώς περιμένεις, λοιπόν, να βγάλει καρπό
ο άτριφτος από τα χέρια σβώλος τα καλοκαίρια”;
Αφήστε ένα σχόλιο









