Σε καλό…

 

Μες σε κρατήρα βράζει υγρό το γέλιο των ανθρώπων.

Κι όποιος γελά δανείζεται από κει – μη με ρωτάς τον τρόπο,

αυτά είναι μυστικά. Μα ξέρω ότι άμα κάποτε κάποιος πολύ γελά,

κάποιου άλλου το μερίδιο στερεί, και τον αφήνει στη ζωή

χωρίς λίγη χαρά, χωρίς λίγην ανάπαψη απ’ τα βάσανα των κόπων.

 

 

Τεχνοκράτες

 

Αναλύουν και μετρούν και μονάχα μιλούν –

λόγια όλο λόγια…

Και γυρεύουνε τάχα τη λύση να βρουν –

γύρω γύρω γυρνούν

σα ρολόγια.

 

 

Νέμεσις

 

Πουλημένοι πια τώρα γλεντούν με τα μάτια τους άδεια,

και το φάντασμα αυτό σαν στοιχειώνει, επιστρέφει τα βράδυα

και μαγκώνει τη δόλια καημένη ψυχή και τη δέρνει,

μ’ ένα αλύγιστο φως που κρατά μαστιγώνει και γδέρνει

και ξεσκίζει τη σάρκα να βρει την καρδιά να τη γειάνει,

όμως μέχρι εκεί μέσα το φως του δεν φτάνει.

 

 

 

Ο Καιρός

Πέρα απ’ την άσφαλτο πήγαν τα μάτια μου·

φτάσαν τη θάλασσα, βούτηξαν μέσα.

Είδανε τείχη νεκρά, μεγαλεία σκοτεινά, περασμένα.

Όνειρα-απόνερα μύρια, δεινά μ’ αδειανά, πεθαμένα.

Αντρανίζει και φεύγει η ματιά και τη θάλασσα χάνω –

σταματούν τη ματιά μου του Ολύμπου οι κορφές.

Ο Καιρός – τίποτ’ άλλο πιο πάνω.

 

 

 

Η αράχνη

 

Στον ιστό της ατάραχη στέκει η αράχνη –

τον καταρράχτη αγνοεί

που μ’ ορμή πέφτει πλάι της.

 

 

Ελευθερία ή Θάνατος

 

Εδώ πια δεν διαλέγεις.

Σπαθί κρυμμένο τού ήτα ο τόνος –

τράβηξέ το!