..
Από τη συλλογή ΜΕΘΟΡΙΟΣ/FRONTIERA, 1941
Ο γραφιάς
.
Θρεμμένος νεκροβότανα
μιας άλω λεμονιών
θυμάμαι μόνο πάνω
σε δρόμους ορθάνοιχτους στη σκόνη:
χαραγμένο στην πέτρα
ένα διαβατάρικο του βάλτου πουλί
πασχίζει να περάσει και σκιάζεται.
Σήμερα υπόγεια
δικαστήριο ξεκλειδώνει για μένα.
Για τον ήλιο που απαρνήθηκα
συγχώρεσέ με, βασιλιά Σέτι·
στον βηματισμό σου που ’ναι της γης βροντή
μαρμαρώνω.
Ο γραφιάς είμαι ο ζωγραφισμένος στον ασβεστόλιθο
κατακεραυνωμένος
στον κρυσταλλοειδή των ματιών.
(1936)
∗
Lo scriba
.
Nutrito all’erba dei morti
d’un brillio di limoni
solo ho memoria
sulle strade alla polvere aperte:
fregiato nel sasso
un fuggevole uccello palustre
tenta il guado e s’inombra.
Oggi sotterra
tribunale si schiude per me.
Del sole negato
mi perdona, re Sethos;
al tuo passo ch’è tuono di terra
m’impietro.
Sono lo scriba in calcare dipinto
folgorato nel vetro degli occhi.
(1937)
∗∗∗∗∗
Μέσα μου η μνήμη σου
Μέσα μου η μνήμη σου είναι το θρόισμα
μόνο ποδηλάτων που οδεύουν
ήσυχα εκεί όπου το ύψος
του απομεσήμερου γέρνει
στον πιο λαμπρό αποσπερίτη
ανάμεσα σε σιδεριές και σπίτια
κι αναστενάζουσες κατηφοριές
από παραθύρια που ξανάνοιξαν στο θέρος.
Μόνο, για μένα, ένας μακρινός
πολυκαιρίζει θρήνος τρένων,
ψυχών που φεύγουν.
Κι εκεί ανάλαφρη εσύ φεύγεις με τον άνεμο,
χάνεσαι μέσα στη νύχτα.
(1941)
∗
In me il tuo ricordo
In me il tuo ricordo è un fruscio
solo di velocipedi che vanno
quietamente là dove l’altezza
del meriggio discende
al più fiammante vespero
tra cancelli e case
e sospirosi declivi
di finestre riaperte sull’estate.
Solo, di me, distante
dura un lamento di treni,
d’anime che se ne vanno.
E là leggera te ne vai sul vento,
ti perdi nella sera.
Από τo ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΛΓΕΡΙΑΣ/DIARIO D’ALGERIA, 1947
Δεν ξέρουν ότι είναινεκροί
Δεν ξέρουν ότ’ είναι νεκροί
οι νεκροί σαν κι εμάς,
δεν ησυχάζουν.
Πεισματικά επαναλαμβάνουν το ζην
λένε λόγια καλοσύνης μεταξύ τους
ξαναδιαβάζουν τα παλιά σημάδια στον ουρανό.
Ένα γκρίζο σμήνος τραβάει για την Αλγερία
μέσ’ στη χλεύη των μηνών
μα η περόνη μένει ασάλευτη σ’ ένα καυτό όνομα: ΟΡΑΝ.
Saint-Cloud, Αύγουστος 1944
∗
Non sanno d’essere morti
Non sanno d’essere morti
i morti come noi,
non hanno pace.
Ostinati ripetono la vita
si dicono parole di bontà
rileggono nel cielo i vecchi segni.
Corre un girone grigio in Algeria
nello scherno dei mesi
ma immoto è il perno a un caldo nome: ORAN.
Saint-Cloud, agosto 1944
∗∗∗∗∗
[Δεν ξέρει τίποτα πια…]
Δεν ξέρει τίποτα πια, είναι ψηλά επί πτερύγων
ο πρώτος πεσών πρηνηδόν στη νορμανδική αμμουδιά.
Γι’ αυτό κάποιος απόψε
με άγγιζε στον ώμο ψιθυρίζοντας
να προσευχηθώ για την Ευρώπη
καθώς η Νέα Αρμάδα
έδινε το παρών στις ακτές της Γαλλίας.
Αποκρίθηκα μες στον ύπνο μου: -Είναι ο άνεμος,
ο άνεμος που φτιάχνει παράξενες μουσικές.
Αν όμως ήσουν πραγματικά
ο πρώτος πεσών πρηνηδόν στη νορμανδική αμμουδιά
προσευχήσου εσύ αν το μπορείς, εγώ είμαι νεκρός
για πόλεμο και για ειρήνη.
Να! ποια είναι η μουσική τώρα:
των αντίσκηνων που χτυπάνε πάνω στους πασσάλους.
Δεν είναι μουσική αγγέλων: είναι η μοναδική
δική μου μουσική και μου αρκεί-.
ΝοσοκομείοΣτρατοπέδου 127, Ιούνιος 1944
∗
[Nonsapiù nulla…]
Non sa più caduto bocconi nulla, è alto sulle ali
il primo sulla spiaggia normanna.
Per questo qualcuno stanotte
mi toccava la spalla mormorando
di pregar per l’Europa
mentre la Nuova Armada
si presentava alla costa di Francia.
Ho risposto nel sonno: —È il vento,
il vento che fa musiche bizzarre.
Ma se tu fossi davvero
il primo caduto bocconi sulla spiaggia normanna
prega tu se lo puoi, io sono morto
alla guerra e alla pace.
Questa è la musica ora:
delle tende che sbattono sui pali.
Non è musica d’angeli, è la mia
sola musica e mi basta—.
Από τη συλλογή ΜΕΤΑΒΛΗΤΟ ΑΣΤΕΡΙ/STELLAVARIABILE, 1982
Φόβος πρώτος
Κάθε γωνιά ή σοκάκι, κάθε στιγμή είναι καλή
για τον φονιά που έρχεται ίσα πάνω μου
μέρα-νύχτα εδώ και χρόνια.
Πυροβόλησέ με πυροβόλησέ με – του λέω
προσφέροντάς του στόχο
μετωπικά πλάγια πισώπλατα –
ας τελειώνουμε, βγάλε με απ’ τη μέση.
Και λέγοντάς το αντιλαμβάνομαι
πως μόνος μου μιλάω.
Όμως
δεν ωφελεί. Μονάχος
δεν τα καταφέρνω
να δικαιοπραγήσω ενάντια σε μένα.
∗
Paura prima
Ogni angolo o vicolo ogni momento è buono
per il killer che muove alla mia volta
notte e giorno da anni.
Sparami sparami – gli dico
offrendomi alla mira
di fronte di fianco di spalle –
facciamola finita fammi fuori.
E nel dirlo mi avvedo
che a me solo sto parlando.
Ma
non serve, non serve. Da solo
non ce la faccio a far giustizia di me.
∗∗∗∗∗
Φόβος δεύτερος
Τίποτα τρομαχτικό δεν έχει
η φωνή που καλεί εμένα
ναι εμένα
από το δρόμο κάτω απ’ το σπίτι
νυχτιάτικα:
σηκώθηκε για λίγο αέρας,
μια φευγαλέα ψιχάλα.
Λέγοντας το όνομά μου δεν μου καταμετρά
τα σφάλματά μου,
δεν μου χτυπάει το παρελθόν.
Με καλοσύνη (Βιττόριο
Βιττόριο) με αφοπλίζει, οπλίζει
εναντίον μου, μα εμένα τον ίδιο.Pauraseconda
∗
Paura seconda
Niente ha di spavento
la voce che chiama me
proprio me
dalla strada sotto casa
in un’ora di notte:
è un breve risveglio di vento,
una pioggia fuggiasca.
Nel dire il mio nome non enumera
i miei torti,
non mi rinfaccia il passato.
Con dolcezza (Vittorio
Vittorio) mi disarma, arma
contro me stesso me.
ΑπόΤΑΑΝΘΡΩΠΙΝΑΕΡΓΑΛΕΙΑ /GLI STRUMENTI UMANI, 1965
Εκείνα τα παιδιά που παίζουν
Εκείνα τα παιδιά που παίζουν
κάποια μέρα θα συγχωρήσουν
αν τους αδειάσουμε σύντομα τη γωνιά.
Θα συγχωρήσουν. Κάποια μέρα.
Όμως η στρέβλωση του χρόνου
η πορεία της ζωής ξεστρατισμένη σε απατηλά μονοπάτια
η αιμορραγία των ημερών
στ’ απόνερα της διεφθαρμένης νόησης:
αυτό όχι, δεν θα το συγχωρήσουν.
Δεν θα συγχωρεθεί σε γυναίκα μια κίβδηλη αγάπη,
το ειδυλλιακό τοπίο των νερών και των φύλλων
που ξεσκίζεται στα δυο αποκαλύπτοντας
σάπιες ρίζες, μαύρη γλίτσα.
«Στον έρωτα δεν υπάρχουν αμαρτίες,
μαινόταν ένας ποιητής στα στερνά του,
υπάρχουν μόνο αμαρτίες κατά του έρωτα».
Κι αυτές όχι, δεν θα τις συγχωρήσουν.
(1960)
∗
Quei bambini che giocano
Quei bambini che giocano
un giorno perdoneranno
se presto ci togliamo di mezzo.
Perdoneranno. Un giorno.
Ma la distorsione del tempo
il corso della vita deviato su false piste
l’emorragia dei giorni
dal varco del corrotto intendimento:
questo no, non lo perdoneranno.
Non si perdona a una donna un amore bugiardo,
l’ameno paesaggio d’acque e foglie
che si squarcia svelando
radici putrefatte, melma nera.
«D’amore non esistono peccati,
s’infuriava un poeta ai tardi anni,
esistono soltanto peccati contro l’amore».
E questi no, non li perdoneranno.
`
**************************************************************
Ο Βιττόριο Σερένι (Λουίνο, 27 Ιουλίου 1913– Μιλάνο, 10 Φεβρουαρίου 1983), ανήκει στην ομάδα των Ιταλών λογοτεχνών της ύστερης περιόδου του ερμητισμού, που έζησε τα γεγονότα του πολέμου. Η πολεμική περιπλάνηση, σε συνδυασμό με την εσώτερη βίωσή της, αποτυπώνεται στη δεύτερη ποιητική του συλλογή Ημερολόγιο της Αλγερίας. Σε αυτή τη συλλογή εντάσσεται και η ενότητα που φέρει τον τίτλο «Η Κόρη των Αθηνών», η οποία περιλαμβάνει έναν κύκλο ποιημάτων εμπνευσμένων από την ολιγόμηνη περίοδο της παραμονής του στην Ελλάδα.
Μεταξύ των έργων του: Frontiera (Μεθόριος, 1941), Diariod’Algeria (Ημερολόγιο της Αλγερίας, Vallecchi 1947 & Mondadori 1965), Glistrumenti umani (Τα ανθρώπινα εργαλεία, Einaudi 1965 & 19752), Stella variabile (Μεταβλητό αστέρι, 1982), Ilsabatotedesco (Το γερμανικό Σάββατο, Il Saggiatore 1980), Ventisei (Είκοσι έξι, Edizionid’ artedell’ Aldina, 1970).
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. «Ο γραφιάς είναι ένα από τα δύο πρώτα ποιήματα »του Σερένι. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Meridiano di Roma» στις 7 Φεβρουαρίου 1937 και στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στη συλλογή Μεθόριο.
2. Ο κύκλος ποιημάτων του Βιττόριο Σερένι «Η Κόρη των Αθηνών», με εισαγωγή, μετάφραση και επίμετρο της Ευαγγελίας Πολύμου, θα κυκλοφορήσει τον Ιούνιο του 2019, από τον εκδοτικό οικίσκο «Κουκούτσι».









