Θα ‘λεγε κανείς πως οι δρόμοι γλυκά ρέουν προς τη  νύχτα.

Τα φώτα δεν είναι τόσο ζωντανά για να  καταφέρουν ν’ αποκαλύψουν το μυστικό,

το μυστικό που οι άνθρωποι που πηγαινοέρχονται γνωρίζουν,

γιατί άπαντες βρίσκονται εντός του

και δεν θα κέρδιζες τίποτα σπάζοντας το σε χίλια κομμάτια

εάν, αντιθέτως, είναι τόσο απολαυστικό  να το κρατάς κρυφό

και να το μοιράζεσαι μόνο με το εκλεκτό πρόσωπο.

 

 

Εάν ο καθείς έλεγε σε μια δεδομένη στιγμή,

σε μια μόνο λέξη, αυτό που σκέφτεται,

τα   πέντε γράμματα του «ΠΟΘΟΥ»  θα σχημάτιζαν μια τεράστια ουλή,

έναν αστερισμό  πιο παλιό και πιο ζωντανό  από τους υπόλοιπους.

Κι αυτός ο αστερισμός θα ήταν σαν φλεγόμενη συνεύρεση

στο βαθύ σώμα  της νύχτας,

ή, καλύτερα, σαν τα  Δίδυμα  που για πρώτη φορά στη ζωή τους

κοιτιούνται  κατάματα και αγκαλιάζονται για πάντα.

 

 

Αίφνης το ποτάμι του δρόμου κατοικείται από διψασμένα όντα,

περπατούν,  σταματούν, συνεχίζουν.

Ανταλλάσουν βλέμματα, συναγωνίζονται σε χαμόγελα,

σχηματίζουν  απρόβλεπτα ζευγάρια…

 

 

 

Υπάρχουν γωνιές και σκιώδεις όγκοι

όχθες από ακαθόριστα, βαθιά σχήματα

και απρόσμενα  κενά εκτυφλωτικού φωτός

και θύρες  που υποχωρούν και στην πιο ανεπαίσθητη πίεση.

 

 

Ο   ποταμός του δρόμου μένει έρημος για μια στιγμή.

Μετά δείχνει  να ξεπερνιέται από το ίδιο του το είναι

γεμάτος επιθυμία ν’ αρχίσει εκ νέου.

Μένει για ένα λεπτό παραλυμένος, βουβός, όλο λαχτάρα,

όπως η καρδιά ανάμεσα σε δυο σκιρτήματα.

 

 

Όμως ένας καινούργιος σφυγμός, ένα καινούργιο καρδιοχτύπι,

ρίχνει στο ποτάμι  του δρόμου νέες, διψασμένες υπάρξεις.

Διασταυρώνονται, πλέκονται κι ανεβαίνουν.

Πετούν σχεδόν ακουμπώντας τη γη.

Πλέουν όρθιες, τόσο θαυματουργά

που κανείς δεν θα τολμούσε να πει πως δεν περπατούν.

 

 

 

Είναι οι άγγελοι!

Έχουν κατέβει στη γη

από αόρατες κλίμακες.

Έρχονται απ’ τη θάλασσα, που είναι το κάτοπτρο του ουρανού,

σε πλοία από καπνό και σκιά,

να μπερδευτούν και γίνουν ένα με τους θνητούς,

να βάλουν τα μέτωπα τους στους μηρούς των γυναικών,

ν΄ αφήσουν άλλα χέρια να ψηλαφίσουν τα γόνιμα τα σώματα τους,

και  άλλα σώματα να ψάξουν τα δικά τους μέχρι να τα βρουν,

όπως βρίσκονται τα χείλη ενός στόματος που κλείνει,

να εξουθενώσουν  το στόμα τους,   αδρανοποιημένο για καιρό,

να λευτερώσουν τις πύρινες γλώσσες τους,

να πουν τα άσματα τους, τους όρκους, τις κακές  λέξεις

όπου οι άνθρωποι συγκεντρώνουν το πανάρχαιο μυστήριο

της σάρκας, του αίματος και της  επιθυμίας.

 

Έχουν ψεύτικα ονόματα, θεϊκά απλά.

Τους λένε Dick ή John, ή Marvin ή Louis.

Δεν διαφέρουν σε τίποτα από τους θνητούς παρά μόνον στην ομορφιά.

Περπατούν,  σταματούν, συνεχίζουν.

Ανταλλάσουν βλέμματα, συναγωνίζονται σε χαμόγελα.

Σχηματίζουν  απρόβλεπτα ζευγάρια.

 

 

Χαμογελούν μοχθηρά  καθώς ανεβαίνουν  στους ανελκυστήρες των ξενοδοχείων

όπου ακόμη επιχειρείται η αργή και κάθετη πτήση.

Στα γυμνά σώματα τους υπάρχουν ουράνια ίχνη ∙

σημάδια, άστρα και γαλάζια γράμματα.

Αφήνονται να πέσουν στις κλίνες, βυθίζονται στα μαξιλάρια

που τους κάνει να σκέφτονται λιγάκι ακόμη τις νεφέλες.

Όμως κλείνουν τα μάτια για να παραδοθούν καλύτερα στις απολαύσεις

της μυστηριώδους ενσάρκωσης τους,

και, όταν τους παίρνει ο ύπνος, ονειρεύονται όχι αγγέλους αλλά θνητούς.