ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΌΣ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΌΣ

“στον Δάσκαλο απο το San Francisco”

Μου έδωσαν του Ξέρξη οι αυλικοί
ένα κόκκινο γοβάκι,
μου δείξαν-λέει-ότι μέσα του χωρά
μόνο ένα σπάνιο τεύχος έρωτα.
Με άφησε όμως έκπληκτο
η έλλειψη επιθετικής ορμής
όπως και η ισοδύναμη έλλειψη οσμής
σαν του Οδυσσέα Ανδρούτσου
το ιδρωμένο του ήρωα τσαρούχι.
Έτσι μέσα του έβαλα τρυφερά,
απο ένα ματσάκι αγγειόσπερμα
θυμάρι, τσουκνίδα και γλιστρίδα.
Και έτσι θέλω να πω,
έτσι ακριβώς εννοώ,
τον θεραπευτικό υπερρεαλισμό,
Το πόδι της νʼ ανθίζει
καρυοφυλλιού επανάσταση
μπαρούτι Δημητσάνας.

Η ΚΥΚΛΑΔΊΤΙΚΗ ΚΌΡΗ

Μια κυκλαδίτικη κόρη
βούτηξε στον Αλφειό
και θεράπευσε έναν τυφλό
με το κελάρυσμα του ύδατος
στην περήφανη γύμνια της.


ΕΛΆΦΙ

Έχετε δει γυναίκα λικνιστή,
ελάφι ανήμερο να περπατά,
διασχίζει τον χώρο
και αυτός ανοίγει διάπλατα,
αρσενικά, της πόλης κυνηγοί,
πολλά μπορεί να έχετε δει,
χαζεύοντας να έχετε ξεχάσει,
και πόσο αναληθείς,
ελάφι ανήμερο, ατίθασο,
ότι δεν έχουμε με τη ματιά
χαϊδεύοντας χτυπήσει.


ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΣΤΗΝ ΤΣΑΙΝΑΤΑΟΥΝ


Τουρίστες με ίδια πέδιλα
μπερδεύονται παντού,
ένας γιαπωνέζος στην Chinatown
ζητάει Sushi με μπισκοτάκια τυχερά
ένα φλυτζάνι καφέ, σε ποτήρι από σάκε,
δικηγόρος δίχως δίκες εγώ, του δίνω ότι έχω,
άλλωστε κατάρρευση σερβίρουμε,
ύστερα από τόσο αίμα, πατρίδα μου,
με μόχθο δυσανάλογο της ιστορίας,
My Country, μοναδικό μου My Country,
σιγοψιθυρίζουμε μαζί στα αγγλικά,
κάτω από την ακρόπολη στην Chinatown.


ΤΟ ΖΕΥΓΆΡΩΜΑ ΤΗΣ ΘΆΛΑΣΣΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΣΤΕΡΙΆ

-Με ένα σάλτο στα ξάρτια
κόντρα στο αλάτι τα στήθια
και σαν φρικτά φαντάσματα
της τρικυμίας οι δίνες
φθίνουν ασφυκτικά
τα αναδιπλωμένα κύματα σου
όνειρα χτικιά, θάλασσα.

-Στεριάς σάρκα-μου λες-
μες στο αλάτι της θάλασσας, γεύμα.

-Όχι-σου απαντώ-
μια θαλασσογραφία είμαι και εγώ,
λεκέδες από λιόξανθους αφρούς,
γλύφω στην ακρογιαλιά το αλάτι σου,
και σε αγαπώ και σε μισώ.

-Κρύο μετάλλευμα είσαι στεριά,
και εγώ ένα μπλε που εκπέμπει ροή,
σε ορίζοντα άπλετο χωρίς λαγούμια όπως εσύ.

-Υδρόβιων σημεία είσαι θάλασσα
που γεννώνται ανέραστα,
χωρίς οξυγόνο, χωρίς το πάθος του έρωτα.
-Ας δουλέψουμε τότε,
με όλες τις δυνάμεις της φύσης
που και στους δυο μας ενεργούν ακατάπαυστα,
αυτό ίσως να είναι το κλειδί του έρωτα μας.

-Η Παλίρροια και η άμπωτη
-πετάγεται ο αγέρας-
Είναι ρόδακες χειλέων
που σας φιλούν και σας καλούν,
τον έρωτά σας να αποδεχτείτε,
αγρότη και ναυτικού κοινό ανάθημα
στο Άφωνο «Σίγμα» σου, στεριά,
και στο υγρό σου «θήτα», θάλασσα,
και όλη η παραλία σας.

«Τιμής ένεκεν»

Εαυτέ,
Παίρνω των λέξεων τον ατμό σου
και σε καταδικάζω σε αυστηρή σιωπή εαυτέ.
Κατασκεύασε λόγχες μέσα της και όταν αποφυλακιστείς θα γνωρίσεις τη ματαιότητα της κάθε απολογίας.
Αν όχι, θα σου επιβάλω τη νεκρική σιγή
τιμής ένεκεν στους καταραμένους ποιητές
που αναλώσαμε καταφαγωμένοι.
Ο Rimbaud είμαι, το σχοινί και ο βρόγχος
τα μπράτσα που το πλέκουν ο Rambo
και κάπου δίπλα με τον Μιχαλιό με έξω το ένα πόδι
Καρυωτάκης με ένα μάτι και με τα άλλο πόδι έξω
και η σπιτονοικοκυρά η μόνη αλήθεια
που διάβασε την συντριβή μας.


Αλάριχου


Μώλωπες και αμυχές στο γυμνό άγαλμα.
Όχι δεν είναι ο χρόνος,
αυτός στέκει παραπέρα και διαστέλλεται ακίνδυνα,
Είναι που εισέρχονται ακατέργαστες ματιές στο δέρμα,
επίμονα και εξέρχονται αιώνια μοναχοί
με μαρμάρινα γυαλιά.