`
Όταν περνώ μπροστά απο γιαπιά
κοντοστέκομαι.
Xαζεύω οικοδόμους,
εισπνέω βαθιά
τη μυρωδιά του τσιμέντου
από το φρέσκο μπετό
και συρικνώνομαι
σταθμίζοντας το ύψος.
Η Ουμ Καλσούμ στο τραντζίστορ.
Τρέχω μετά
πιτσιρίκι κοκκαλιάρικο
κι ανεβαίνω με δέος
τις φωτεινές σκάλες
Στο χέρι κουδουνίζω
το μπογαλάκι
με το κολατσιό του πατέρα.
Παντού μυρίζει άψητο μπετό
και υγρό μαδέρι απʼ τα καλουπώματα.
Καλοκαίρι, κλειστά τα σχολεία.
Ο μπαμπάς πάντα εκεί με περιμένει,
ο Καζαντζίδης κάτι κλαίει,
στην άκρη της πλάκας
που θα γίνει μπαλκόνι,
με τα πόδια κρεμασμένα στο κενό
και το σκεπάρνι στα χέρια
να ξεκαρφιάζει ξύλα
ή στη σκαλωσιά σκαρφαλωμένος,
με στόμα μπουκωμένο
καρφιά γυαλιστερά
να καλουπώνει τον επόμενο όροφο.
Έντεκα ακριβώς
σταματάνε όλοι, όλα.
Νίβουν τα χέρια τους
στο νερό που τρέχει
απο το πράσινο λάστιχο,
πλένουν τα μούτρα
και μαζεύονται στις γυμνές σκάλες,
λαϊκά της Χαρούλας,
σαν πουλιά.
Το φιλί μυρίζει τσιγαρίλα
η αγκαλιά ασβέστη.
Ψωμοτύρι,ντομάτα κι ελιές,
καμια φορά
και φρέσκα κρεμμυδάκια.
Δυο φετούλες σαλάμι σκορδάτο
ή μορταδέλα Πασσιά
όταν το τεφτέρι του μπακάλη
το επιτρέπει.
Χωρατά και προστυχόλογα,
τεστοστερόνη περίσσια,
ζωγραφισμενα φανελάκια
σε σώματα λευκά
μαύρα μπράτσα, σβέρκος και λαιμόκοψη,
τατουάζ του ήλιου.
Αφιερώσεις πειρατικές,
Διονυσίου στη διαπασών.
Ψίχουλο τιναγμένο
Κατεβαίνω μόνος μου
με την πετσέτα της κουζίνας διπλωμένη,
το διάλειμμα τέλειωσε,
ευάερα,ευήλια ύψη
στην κάψα του καλοκαιριού,
“πρόσεχε,
να μην πατήσεις κανένα καρφί”,
προσέχω
να μην πατήσω κανένα καρφί,
η μπετονιέρα πήρε να φωνάζει πάλι
το φάλτσο τραγούδι της,
δεν ακούω τι παίζει το ραδιόφωνο.
Πατάω στη γη,
κοιτάζω ψηλά το κουφάρι που υψώνεται,
τα μάτια του πάνω μου,
τσίμπισα κι ένα δίφραγκο.
Το καινούργιο γιαπί
είναι ήδη πίσω μου
στη διαστολή μου.
Ο πατέρας πια
με τα πόδια κρεμασμένα
στο σύννεφο
στον ουρανό που καλούπωσε για μένα.
Η απουσία δεν κάνει διάλειμμα.
Η μνήμη όταν μπορεί
την διακόπτει
όταν περνώ μπροστά από γιαπιά
κι η μυρωδιά του τσιμέντου
απο το φρέσκο μπετό
τρυπάει τα ρουθούνια
και παίζει τραγούδια.
Άγγελοι με πυλοφόρια
πετούν τριγύρω
μπαλόνια που φύγαν
απο τα παιδικά μου χέρια.
Ο παράδεισος χτίζεται
και με περιμένει.
Σέρνω το μπογαλάκι μου
και προσέχω πηγαίνοντας
μην πατήσω κανένα καρφί.
Κάιρο 16.3.2018












Σαν το κυριακάτικο τραπέζι, όταν δεν υπήρχε τηλεόραση.
Σαν αεράκι σε ένα μεσημέρι του Αυγούστου.
Σαν χαστούκι, στον σύγχρονο πιτσιρικά με το κινητό και το laptop, που σπάνια κουνιέται από την θέση του.
Εκεί που δένει ο στίχος με την οικοδομική τέχνη – Καζαντζίδης και το διάλειμμα-Χαρούλα, συγκλονιστικό.
Με συγκίνησε, με ταξίδεψε, μου έφερε στον νου περασμένες εποχές.
Σαν ασπρόμαυρη ταινία, κάποιας εποχής, που χάθηκε οριστικά.
Κι εκείνο το πατρικό, ανήσυχο, βλέμμα, που παρακολουθεί το παιδί που φεύγει χαρούμενο με το δίφραγκο στο χερι, τι να πω… Εύγε!
Poesia original de la Experiencia!
Saludos a Christos Papadopulos από έναν παλιό οικοδόμο μπετατζή..Η ποίηση έχει θέμα..
Η γλώσσα της φυγής είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του Χρίστου Γ. Παπαδόπουλου και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μικρή Άρκτος.
Θεσσαλονίκη- Αθήνα- Κάιρο. Τρεις πόλεις σταθμοί στη ζωή του Χρίστου Γ. Παπαδόπουλου. Η πρώτη, η πόλη που γεννήθηκε κι έζησε δουλεύοντας από κλητήρας ως διαχειριστής αποθήκης χημικών και «η πόλις» που τον ακολουθεί, η δεύτερη, η πόλη που διορίστηκε ως δάσκαλος κι έζησε δέκα χρόνια, και η τελευταία, η πόλη όπου ζει εδώ και μια δεκαετία σχεδόν και θεωρεί καρμικό του προορισμό, εργαζόμενος ως διευθυντής του Ελληνικού Πολιτιστικού ΚέντρουΚαΐρου.
«Η γλώσσα της φυγής», η πρώτη ποιητική του συλλογή, γράφτηκε στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στις δύο φυγές του. Ξεκίνησε να γράφεται το 1997 όταν έφυγε από τη Θεσσαλονίκη για Αθήνα και ολοκληρώθηκε δέκα χρόνια αργότερα, λίγο πριν φύγει για το Κάιρο.
Τόποι, άνθρωποι, σχέσεις, νοσταλγία για ό,τι έφυγε, γίνονται δρόμοι που συνθέτουν το ταξίδι του στον χώρο, στο χρόνο, στη μνήμη και στην ελληνική γλώσσα, εν αναμονή του μέλλοντα στην μητρική γλώσσα των ονείρων του, τη γλώσσα της φυγής.
Τα 38 ποιήματα της συλλογής, φυλαγμένα για χρόνια στο συρτάρι του, εμπιστεύτηκε στην Μικρή Άρκτο και κυκλοφορούν με το εξώφυλλο που επέλεξε, το ζωγραφικό έργο του Ανδρέα Γεωργιάδη από την ενότητα Διασχίζοντας τον Νείλο, να επισφραγίζει το ταξίδι του με μια ποιητική απεικόνιση του προορισμού στον ενεστώτα χρόνο.
[…]
https://www.culturenow.gr/h-glwssa-ths-fyghs-xristos-g-papadopoylos/
ΥΓ Πολυ καλά και τίμια ποιήματα.
“…Έντεκα ακριβώς
σταματάνε όλοι, όλα…
Ψωμοτύρι,ντομάτα κι ελιές,
καμια φορά
και φρέσκα κρεμμυδάκια.
Δυο φετούλες σαλάμι σκορδάτο
ή μορταδέλα Πασσιά…”
Αξέχαστο το “κολατσιό” στις 10:30 που συνοδευόταν από 1/4 l κρασί ή ρετσίνα, απαραίτητο για ξεκούραση των μυών.
ΥΓ Το 1977 ως φοιτητής δούλεψα σε οικοδομή (μάντρες, δηλ. τοιχεια από μπετόν). Χαρμάνι με το φτυάρι και κουβάλημα ντενεκέ. Έπαιρνα τα μισά από έναν έμπειρο εργάτη αν και λόγω σωματικής διάπλασης και φυσικής δύναμης είχα περίπου την ίδια απόδοση. Απογοητευτηκα απο τον κομμουνιστή (και χαρτοπαίκτη) μικροεργολαβο, πάτερα φίλου μου.
Το 1980 δούλεψα στην Λαχαναγορά ως φορτοεκφορτωτης. Λούμπεν καταστάσεις.
Αν και μετά 40 έτη η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη από απόψεως συνθηκών εργασίας, θα έπρεπε όλοι οι φοιτητές να δουλεύουν χειρωνακτικά 2 έως 3 μήνες για να κατανοήσουν την αξία της χειρωνακτικης εργασίας.
Και επειδή δεν υπάρχουν πλέον πολλές οικοδομές, να εργασθούν στον αγροτικό τομέα, την βιοτεχνία και την βιομηχανία.
Σαν δυνατό βίωμα! Το οποίο σε εμβάλλει στην συγκίνηση μιάς εποχής, όπου η εργατιά δεν είχε χάσει το άπεφθο της λεβεντιάς της, από την διαφθορά της στρατιωτικής, και της μεταπολιτευτικής χούντας, διαφθορά, που δεν είναι άλλη, από την καταναλωτική πρέζα και την ξιπασιά της.
Όμως, θα προτιμούσα, να έλειπαν από το κείμενο, οι άγγελοι με τους παραδείσους, και με ενηλικίωση, να εκφρασθεί η διαχρονική υπαρξιακή ανησυχία.
“Η απουσία δεν κάνει διάλειμμα”.
Ευχαριστώ.
ΥΣ. Δουλεύοντας σε αρχαιολογική ανασκαφή, περιστοιχιζόμουν από εργάτες οικοδόμους. Άλλη η δουλειά στην ανασκαφή βεβαίως. Ίδια όμως το διάλειμμα και το κολατσιό και οι αντρίκιες κουβέντες.Και οι αναμνήσεις της οικοδομής: ο ένας καλουπατζής, ο άλλος μανουβραδόρος του γερανού, ο τίτλος τιμής του μάστορα… Πράγματι η χειρωνακτική εργασία θέτει σε άλλα πλαίσια την αξιολόγηση της ζωής. Για όλους μας.
Καταχρώμενος τον χώρο των σχολίων ας διατυπώσω και το εξής :
Όμως -δυστυχώς- λίγοι συνδυάζουν την μόρφωση με την χειρωνακτική εργασία, έστω και ερασιτεχνικά (βάψιμο σπιτιού ή γραφείου, μαστορέματα, σκάψιμο κήπου,…. ).
Οι περισσότεροι εσωτερικοί μετανάστες της γενιάς του 114 έως του πολυτεχνείου (60-75) σπούδασαν σε Πολυτεχνεία, Ιατρικές, Νομικές, Φιλοσοφικές, Φυσικομαθηματικές ή Παντειο, Βιομηχανική (περί το 15% των τελειόφοιτων 6-ταξιου Γυμνάσιου σε ΑΕΙ και ΚΑΤΕ, και άλλο 10% σε ανώτερες σχόλες λογιστών, σχεδιαστών, ιατρικών επαγγελμάτων,…) ,…για να μην σκάβουν.
Οι νεότεροι (σχεδόν το 75% των αποφοίτων λυκείου και αυτό είναι το τραγικό ) , όπως τους έχω “κόψει” και έχω συζητήσει σε διάφορα ιστολογία έχουν βιβλιογραφική γνώση της χειρωνακτικής εργασίας, την όποια αντιμετωπίζουν με κρυφή απώθηση έως απέχθεια….
Λ.χ. όταν έλεγα αφού είστε άνεργοι, γυριστέ στην γενέθλια γη και ξεσκουριάστε το τρακτέρ του πάτερα ή παππού, απαντούσαν
” καλά τι μας λες τώρα έχω σπουδάσει ΧΧ στην Παντειο, ή Κοινωνική Ανθρωπολογία”
Δεν εξαιρούνται οι “αριστεροί” σ’ αυτήν την ελληνική ιδιαιτερότητα. Η απασχόληση με χειρωνακτική εργασία είναι ύβρις για τους νεοέλληνες. Τώρα όμως που πολλοί δεν έχουν να πληρώσουν οικονομικούς μετανάστες, αναγκάζονται δειλά-δειλά να απασχοληθούν και σε χειρωνακτικές εργασίες.
Η υποτίμηση της χειρωνακτικής εργασίας, η οποία είναι απότοκο της έκπτωσης του αναγκαίου και της προβολής του περιττού στον ψυχισμό του αλλοτριωμένου κατασκευάσματος, αποτελεί παγκόσμιο, διαχρονικό φαινόμενο, ως ένα από τα συστατικά στοιχεία του εκμεταλλευτικού πολιτισμού, και, κυρίως, της καπιταλιστικής έκφανσής του.
Ο βοσκός τα πρωινά λειβαδότοπους, βουνά αγναντεύει,
στων ρεμβασμών τις σιωπές το λιόγερμα αφομειώνει,
των ζωντανών το τρίχωμα κουρεύει, το γάλα ζουπιχτά μαζεύει να φτιάξει βούτυρο, τυρί.
Η χρησιμότητα της ομορφιάς τα βλέμματα αποσπά!
Μα ο βοσκός ντρέπεται! Κατώτερο τον θεωρούν·
γυναίκα δεν σταυρώνει!
Και οι χωρικοί καλύτερα στον Τάρταρο! Παρά βοσκοί.
Ποιός δεν θα πήγαινε βοσκός,
αν λυγερές στους λόφους ανεβαίναν,
παγούρια να μοιράσουνε σε διψασμένων χέρια;
Η χρησιμότητα, της ομορφιάς τα βλέμματα αποσπά!