`
Των ψυχών η μέρα σήμερα.
Μαζεύω στάχυα από τα βλέφαρα σου.
Μη ακόμα τα κλείνεις.
Βιάζεσαι να πεθάνεις, να χωθείς στη γη.
Αποδημητικό δεν θα γίνει η ψυχή σου πουλί.
Απʼ το χώμα κανένα να σε σηκώσει δεν θα απλωθεί χέρι.
Βιάζεσαι να πεθάνεις.
Κλείνεις τα βλέφαρα σου.
Τις τελευταίες μην δεις εικόνες.
Τον ήλιο, τη θάλασσα, τις μάσκες του θιάσου.
Του ίδιου θιάσου που χόρεψε εκστατικά
στη φλεγόμενη άμμο του Αυγούστου
καθώς σκέπαζε καβούρια και πυρωμένα όστρακα.
Κεφάλια ψαριών στους ώμους
και με λέπια τα χέρια ντυμένα
να χαϊδεύουν τους ηδονισμένους,
των γυναικών που δεν γέννησαν ζωή, κόλπους.
Κι εγώ που πίστεψα κάποτε ότι θα ρουφούσα ένα γιομάτο γάλα μαστό
σε ένα βρέθηκα της Κυπρίδας νησί
με ένα άδειο από μεδούλι οστό
να κρέμεται στα χείλη μου.
`
Κοχλάζω στη χολή τα κόλλυβα.
Από το ανοιχτό παράθυρο
ακούω τα δόντια των νεκρών να αλέθουν
όσα τους απέμειναν όνειρα.
Σάλιο μαζεμένο στις άκρες των στομάτων
που δεν θα φιληθούν ξανά ποτέ.
Σάλιο από οξύ, από μέντα, από ροδόνερο
που λιώνει τα όνειρα
λίγο πριν τα καταπιεί ο θάνατος.
Στόματα που πεινούν.
Γλώσσες που θέλουν ένα οργασμικό να γίνουν κουβάρι.
`
Χαράματα μάζεψα τα στάχυα από το παρτέρι του κοιμητηρίου.
Με ρώτησαν για ποιες ψυχές τα κόλλυβα θα σκορπίσω.
Μέτρησα ψυχές. Όλες στα δάχτυλα σμιλεμένες.
Κάθε που το χέρι σκαλίζει τα μαλλιά
αυτές φυτρώνουν στο κρανίο.
Όλες στα μάτια μου θαμμένες.
Κάθε που τα βλέφαρα σφαλίζω
τις θάβω στα καλοκαιρινά που χόρτασε η ίριδα μου δειλινά.
Πλάι στο χορταριασμένο της Κυπρίδας σώμα
-δωδεκάχρονο καθώς ήμουν σκέλεθρο-
λύγιζα τα θρυμματισμένα γόνατα
και ακουμπούσα δαγκάνες νεκρών καβουριών.
Στα όστρακα τους φύτεψα γιασεμί
και ξεχαρβαλωμένα ηλιοτρόπια
έσπειρα στο αλάτι των πρασινισμένων βράχων
μιας ακτογραμμής που φτάνει στις όχθες του Αχέροντα.
`
Το αιθέριο από το καντήλι έλαιο
ποτίζει σαν μέλι τις βρασμένες ψυχές.
Κι εσύ να μάθεις θες για το νησί μου.
Μην ανασκαλεύεις στα ριζά της ζωής μου.
Θα με βρίσκεις θαμμένο κάθε χειμώνα κάτω από τα αρμυρίκια.
Μα κάθε του Αυγούστου εσπέρα
θα με βλέπεις στην ουρά του Ποσειδώνα
να χορεύω ανάμεσα σε ημερωμένα αιλουροειδή
και σε φίδια που πλαταγίζουν τις γλώσσες τους στα στρωμένα φύκια.
`
– Εσύ ποιες θυμάσαι ψυχές;
– Καμιά δεν θυμάμαι ψυχή.
– Εσύ για ποιες ψυχές θα κλάψεις;
– Καμιάς ψυχής η θύμηση, δεν με θλίβει.
– Εσύ για ποιες κοχλάζεις κόλλυβα ψυχές;
– Για καμιά, δεν μάζεψα στάχυα, ψυχή.
Μόνο για σένα ψυχή μου
που ακόμα δεν χόρτασες το Αυγουστιάτικο πένθος.
Μόνο για σένα.











Βγαίνει πότε πότε ένα ωραίο ποίημα με μοτίβα σοβαρού λυρισμού,μια ελεγεία σαν κι αυτή κι εγώ πρέπει να υποθέσω ότι ο κύπριος ποιητής,σίγουρα,Ανδρέας Πολυκάρπου ετοιμάζει βαλίτσες για Στοκχόλμη,το αναγνωστικό κοινό της ποίησης τον ξέρει ήδη και δε χρειάζεται ένα βιογραφικό μιας παραγράφου στο “πόδι” της σελίδας.Αλλά αυτό το έχω ξαναεπισημάνει..
Χαίρε Αντρέα
Μεστοί στίχοι, ξεχωριστοί! Και η σύλληψη!
“Κι εγώ που πίστεψα κάποτε ότι θα ρουφούσα ένα γιομάτο γάλα μαστό
σε ένα βρέθηκα της Κυπρίδας νησί
με ένα άδειο από μεδούλι οστό
να κρέμεται στα χείλη μου.”
Υ.Γ. Κάτι δεν πήγε καλά στη μεταγραφή= 2 φορές “Κυπρίδας”, αντί του σωστού “Κύπριδας”. Ίσως να αλλάξει και το “κεντράρισμα” στη γραφή;