`

ΑΝΑΣΤΟΧΑΣΜΟΙ

Ανέτρεξε στο χρόνο με του νου τα σημάδια
και της ψυχής τ’ αποτυπώματα.
Ανακάλεσε ανυπάκουους πειρασμούς, ασύνταχτα όνειρα
και ανάπλασε αυθόρμητες τελετές.
Εντρύφησε σε αφορισμούς και δόγματα,
προσμέτρησε αιφνιδιασμούς και ερωτήματα
και προσπερνώντας τον πανικό της γνώσης
και την αμφισβήτηση της αλήθειας,
έγειρε τις μνήμες του στα θαύματα, θεία και ανθρώπινα,
αυτά που ξόρκισαν τους φόβους του και τις αναστολές του
και αγίασαν τις εμμονές του.

Όμως και πάλι, μπροστά στα διλήμματα και τα αδιέξοδα.
Αναμετριέται με όσα τόλμησε να αρνηθεί.
Τι τάχα να είναι διαφυγή και τι ολοκλήρωση;
Πίσω από τα καθημερινά, τα μικρά και σχηματισμένα,
μπροστά από τα μεγάλα, τ’ απρόβλεπτα και ουτοπικά,
ποια τάχα να είναι η απουσία και ποια η δημιουργία;

Συνείδησης λόγος η σιωπή και τα κενά μια ρήξη.
Ο χρόνος αδέσποτη πομπή κι οι λογισμοί μια δέσμη
ανέσπερου φωτός αρχή και τέλους δοκιμασία,
δώθε απ’ την αναγκαιότητα, κείθε απ’ την ελευθερία.

Και η ιστορία μια περγαμηνή που στ’ αύριο ομνύει.
Μικρή σκηνή οι ορίζοντες και οι οραματισμοί μια πράξη.
Πρόκληση το σειρήνιο κάλεσμα κι αφουγκρασμός η ανάγκη,
αξίες άδηλες κι αρχές, ασύνετοι εθισμοί και βλέψεις,
να πάνε η σκέψη κι η ζωή μια μέρα πιο μπροστά.


`
*

ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΟΙ

Σε τούτους τους δρόμους σέρνεται η σιωπή.
Ένοχη και απολογητική.
Σε τούτες τις μέρες τρυπώνουν οι ψίθυροι.
Ασαφείς και ανακριτικοί.
Και στριμώχτηκαν όλοι αυτοί, πανικόβλητοι συνοδοιπόροι
με μια επιτηδευμένη έκπληξη και απορία
στα στενά του φόβου και τ’ ανοιχτά του θυμού,
να δηλώσουν συμμετοχή και ακολουθία.

Σε τούτους τους λόγους περισσεύει η υποκρισία.
Αξόδευτη και αναδρομική.
Σε τούτες τις γραφές στερεύουν οι ευθύνες.
Αλλότριες και ασπούδαστες.
Και συντάχθηκαν όλοι αυτοί, επιτήδειοι συλλειτουργοί
με πλήρη ομοφωνία και συναίσθηση αρραγή
στης ιστορίας το αύριο, στο χθες της δημιουργίας,
το χρέος να αναδείξουν ως συνείδηση και διδαχή.

Κι έγινε ο κομπασμός οιμωγή και βλασφημία,
η εγρήγορση μοναξιά και η αφοσίωση πλάνη.
Η περηφάνια στοίχειωσε σε σαρκασμό και ειρωνεία,
η φρόνηση υπέκυψε σε αναφορές και αιτίες
κι έμειναν όλοι αυτοί οι αστόχαστοι χειροκροτητές,
απρόσωποι στασιαστές και ασύντακτοι φυγάδες,
ανιστόρητοι, χωρίς πνεύμα και δίχως προορισμό,
ναυάγια μιας πλαστογραφημένης και κίβδηλης εποχής.