Σε μιαν άκρως ενδιαφέρουσα συνέντευξή του, η οποία πραγματοποιήθηκε την περίοδο που πρωτοπροβλήθηκε στους κινηματογράφους το φιλμ Star Wars EpisodeVII: Τhe Force Awakens, ο πασίγνωστος σκηνοθέτης George Lucas αναρωτήθηκε μεν «αν κάνεις μια ταινία που δε θέλει να δει κανείς, ποιος πρόκειται να ωφεληθεί από το έργο σου;», από την άλλη δήλωσε ότι ζηλεύει τους κινηματογραφιστές της Σοβιετικές Ένωσης, δεδομένου ότι αυτοί, προσέχοντας να μη θίξουν το καθεστώς, ήταν ελεύθεροι να δημιουργήσουν κατά το δοκούν, δίχως καμία εμπορική αγωνία.
Η όποια διαπάλη του καλλιτεχνικού ζητούμενου με τη δημοφιλία ενός έργου συνιστά ζήτημα σύνθετο, δύσκολο προς διερεύνηση εντός ολίγων αράδων, τούτο, όμως, δε μας εμποδίζει να συζητήσουμε κάποιες πτυχές του. Κατʼ αρχάς, φρονώ πως ελάχιστοι θα διαφωνούσαν με την ιδέα ότι η εμπορικότητα και η ποιότητα συσχετίζονται. Μέγα πρόβλημα η συσχέτιση αυτή, υπό την έννοια ότι προκαλεί τεράστια σύγχυση σε λογίους, δημιουργούς, κριτικούς, οδηγώντας τους συχνά σε αφορισμούς. Έργο, ισχυρίζονται ορισμένοι, που δεν έχει απήχηση, δε διαθέτει ποιότητα. Τέτοιες και παρόμοιες ρήσεις, όμως, δεν μπορεί να είναι αληθείς, μιας και η δημοφιλία των έργων δεν εξαρτάται μόνον από την ποιότητά τους. Μολονότι ούτε αυτή η διαπίστωση συνιστά ανακάλυψη της πυρίτιδος, αφού όλοι γνωρίζουν ότι η δημοφιλία εξαρτάται και από την προώθηση, την εποχή (έργα ασήμαντα σε μια εποχή αναδύθηκαν σημαντικά σε μια άλλη) και μύριους άλλους παράγοντες, εντούτοις συχνά δεν της αποδίδεται το σωστό μέρισμα βαρύτητος. Στον άλλο πόλο, οι υπερτονίζοντες τις εξωδημιουργικές συνιστώσες της δημοφιλίας, καταλήγουν κάποτε στο αντίστροφο συμπέρασμα: ποιότητα και δημοφιλία δε συσχετίζονται.
Είναι δύσκολη η έννοια της σχετικότητας, το αντιλαμβάνομαι, κι ουκ ευάριθμοι αρέσκονται στα άκρα. Εις ό,τι αφορά σε μένα, όμως, αδυνατώ να ισχυριστώ ότι η δημοφιλία είναι ο μοναδικός δείκτης της ποιότητας ή ότι η δημοφιλία ουδεμία σχέση έχει με το συγκινησιακό φορτίο των έργων. Μπορεί να μην έχω καταφέρει να συνδέσω όλους τους παράγοντες σε μοναδική εξίσωση, αποσαφηνίζοντας με καθαρότητα το επίπεδο συμμετοχής τους στην Αλήθεια, ωστόσο αυτό δε με εμποδίζει να επισημάνω ένα προσόν του δημιουργού που χρόνο με το χρόνο, στο πλαίσιο της στήλης αυτής και γενικότερα, διαπιστώνω ότι ελάχιστοι ποιητές διαθέτουν: την αίσθηση που πληροφορεί το δημιουργό για το συγκινησιακό δυναμικό του δικού του έργου.
Φρονώ πως οι περισσότεροι ποιητές που σήμερα εκδίδουν δεν έχουν καθόλου κατά νου τον αποδέκτη του έργου τους. Ίσως νομίζουν ότι η φιλοδοξία της δημιουργίας εξαντλείται στο μολύβι που πλανάται στο χαρτί. Ακόμη και δίκαιο να έχουν, όμως, ακόμη κι αν η κοσμικώς ορθή δημιουργική στρατηγική είναι η παντελώς ανεπηρέαστη από τα χούγια, τα θέλω, τις ανάγκες του λήπτη, γιατί οργίζονται όταν αυτός δεν ανταποκρίνεται στο ερέθισμα που του προσφέρουν;
Ο George Lucas, για να επανέλθω στην εισαγωγή μου κλείνοντας μικρό κυκλάκι, δήλωσε στην προαναφερθείσα συνέντευξη ότι πλέον ορέγεται να κάνει ταινίες που κανείς δε θα θέλει να δει: ταινίες που καμιά εταιρεία διανομής δε θα θέλει να διανείμει, κανένα κοινό δε θα θέλει να προσέλθει στις αίθουσες για να δει, καμιά εταιρεία παραγωγής δε θα θέλει να αναλάβει. Ο George Lucas ξέρει, λοιπόν, ότι στη δύση της ζωής του επιθυμεί να πειραματιστεί, να διερευνήσει τα όρια του μέσου, να πραγματοποιήσει προβολές μόνο για τους φίλους του ή, ενδεχομένως, το κοινό του μέλλοντος.
Διερωτώμαι: οι σύγχρονοι Έλληνες ποιητές που κατά εκατοντάδες συρρέουν ετησίως στα τυπογραφεία και τους εκδοτικούς οίκους, συλλογίζονται καθόλου πού απευθύνονται με τις εκδοτικές τους προσπάθειες; Απευθύνονται στο κοινό, στους γνωρίζοντες ανάγνωση; Πιστεύουν ότι το κοινό έχει πλέον καταστεί προλεταριακό της νόησης και ελπίζουν στην επισήμανση των «ειδικών»; Μήπως, απλώς, βλέπουν την ποίηση σα μιαν ακόμη τελεία στο βιογραφικό τους, κάτω απʼ το πτυχίο τους και πάνω απʼ το ECDL; Μήπως τη βλέπουν σαν ένα ακριβό κασκόλ ή μια ατάκα ανάλογης επιδραστικότητας σε ομήγυρη όπως και η «αγόρασα το τελευταίο Qashqai» ή «το Samsung S8 σπέρνει»;
Γιατί τα λέω τούτα… τα λέω γιατί θα απεκδυθώ έτσι, για ολίγες στιγμές, παρά τις ενοχές της παραβίασης των αρχών μου, το φερετζέ της ευγένειας, θα παραθέσω ποιήματα από τις συλλογές που μου εστάλησαν κατά τη διάρκεια της χρονιάς, συνεισφέροντας από το μικρό μου μετερίζι στην κριτική κάτι που κείται πέραν της αισθητικής αναλύσεως, της χειρονομίας συμπαθείας ή των νερόβραστων αξιολογήσεων που δε λαμβάνουν θέση. Ένα ερώτημα, λοιπόν, ένα απλό, σαφές ερώτημα, απευθυνόμενο στους δημιουργούς: πώς περιμένετε να αποκριθεί ο αναγνώστης στο έργο σας;
Θα ξεκινήσω με παραδείγματα από τη συλλογή της κ. Γερογιάννη, Φωνή Φωνηέντων, από τις σεβαστές εκδόσεις Μελάνι.
ΕΡΩΤΑΣ
Το σώμα της,
σώμα της λύρας
Το βλέμμα του
δοξάρι
Η νύχτα αγκαλιάζει
Τον Έρωτα τον τίμησαν
μʼ όλα τα σύνεργα του φεγγαριού.
Ατελεύτητη στιγμή
στην αιωνιότητα
Μέσα σε μυστήριο
Μέσα σε άχραντα μυστήρια
γεννήθηκε με σκέψεις Θεϊκές
Ειλικρινώς αναρωτιέμαι γιατί ο δημιουργός ενός τέτοιου ποιήματος αποφασίζει να το δημοσιεύσει. Τι περιμένει να προκαλέσει το ποίημα αυτό στον κριτικό, τον αναγνώστη, τον επαΐοντα, τον άσχετο, το λάτρη ή μη του βιβλίου; Περιγραφή ερωτικής στιγμής: η λύρα (το σώμα της), το δοξάρι (το βλέμμα του), η νύχτα αγκαλιάζει, ατελεύτητη στιγμή, σε μυστηριακό κλίμα γεννιέται ο έρωτας «με σκέψεις θεϊκές». Κοινοτοπία, φριχτή κοινοτοπία, χιλιοφορεμένη εικόνα (η λύρα και το δοξάρι), εκπορνευμένες συνεκφορές («ατελεύτητη στιγμή»), γέννησις έρωτος, τέλος. Περισσότερη ποίηση βρίσκω στο δίστιχο του λαϊκού βάρδου μα για φαντάσου/διπλό κρεβάτι πουʼχει μόνο τη μεριά σου, παρά σε αυτό το μπουγαδόνερο, μίγμα ποιητικών, δήθεν, και επιτηδευμένων εκφράσεων (ατελεύτητη στιγμή στην αιωνιότητα) επί μιας αχρηστευμένης από την πολυχρησία εικόνας (η λύρα και το δοξάρι). Τουλάχιστον το διπλό κρεβάτι πόχει μόνο μια μεριά διαθέτει (ως σύλληψη, ως εικόνα) ένα σπειρί πρωτοτυπίας.
Ας δούμε δύο ακόμη ποιήματα από το συγκεκριμένο βιβλίο.
ΜΑΤΙΑ ΑΘΩΑ
Ανθός μιας νύχτας
των κρίνων του γυαλού
Μυρτιά του βράχου
Θωπεία τʼ ουρανού
Μάτια αθώα
Της πέτρας σμίλη
Αγριοπερίστερα ορφάνειας
Στασίδι του εσπερινού
Μάτια αθώα
Βουρκώνει το βλέμμα αγιοσύνη
O,TIAΠOMENEI
Κατέρυθρος η Δύση
κρύβεται πίσω από το βουνό
Αισχύνεται το Τέλος
Φλογίζεται η ομορφιά
στο χιονισμένο βουνό
Σε αδρά μελτέμια-
ως αποξηραμένος βράχος
η μνήμη απομένει
Η ποιήτρια έχει μάλλον παρεξηγήσει την ένταση της εικονοπλαστικής της ισχύος. Ποντενσιόμετρο εικονοπλαστικής ισχύος, βέβαια, δεν υπάρχει, αλλά αυτό δε με εμποδίζει να διατυπώσω την εντύπωση ότι αναγνώστης που θα δακρύσει με την ομορφιά που φλογίζεται στο χιονισμένο βουνό από το ηλιοβασίλεμα ή με τα αγριοπερίστερα της ορφάνειας δεν υπάρχει. Είναι ηλίου φαεινότερον ότι τα ποιήματα αυτά δεν έχουν ως στόχο να μιλήσουν κάποια μεγάλη ιδέα, αποπειρώνται, ωστόσο, να μεταφέρουν μιαν αίσθηση παραπέμποντας σε εικόνες. Το θέμα είναι πώς τοποθετείται κανείς απέναντι στις εικόνες αυτές. Εγώ προσδιορίζω την αξία τους στο σημείο τομής της λιπόσαρκης αφήγησης και της άσφυγμης παραθέσεως. Μέσα στον κόσμο του Ελύτη που θέλει της ξέσκεπης, όρθιας θάλασσας τον καλπασμό ή του Υates που θέλει να ζήσει μόνος inthebee-loudglade, η φλογισμένη ομορφιά στο χιονισμένο βουνό δεν έχει λόγο ύπαρξης.
Ποιήματα χωρίς λόγο ύπαρξης είναι και τα ακόλουθα.
ΑΜΗΝ
Ευτυχώς η νύχτα
κράτησε ολόκληρη
και πρόλαβα
να τελειώσω ένα όνειρο.
Να μην το ʼχω
κι αυτό γιʼ αύριο
μαζί με όλα τʼ άλλα.
(Ευτυχία Μισύρη, Ταξίμια, Εκδόσεις Πνοή)
Κι αν πήραν όλη τη σοδειά
το γινωμένο στάχυ
εγώ μέσα στα σκύβαλα
την βρήκα την αγάπη
(Άγγελος Ερατεινός. Το Σκοτάδι Πίσω, Εκδόσεις Πνοή)
ΗΧΟΙ
Όπως συνήθισα
τον ήχο του σκυλιού
που αλυχτά
Ίσως
να συνηθίσω
τον ήχο των ανθρώπων
(Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Η Πλατεία των Ταύρων, Εκδόσεις Οδός Πανός)
Το μεγάλο πρόβλημα με την αυτοκτονία είναι πως όταν την κάνεις, μετά δεν μπορείς να αλλάξεις γνώμη.
(Ζαχαρίας Στουφής, Συνταγές Αυτοκτονίας, Θράκα)
ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ
Ταξίδι αγύριστο, όλο έλεγε
Και είχε ζωγραφίσει με ένα κλωνάρι, καμένο και στην άκρη του καρβουνισμένο, μία τελεία, ολόκεντρα και ολόβαθα, σε μια στάλα βροχής, από τότε που ήταν παιδί
Κι από κει αρχινούσε η μοναδική αχτίνα─γαυριασμένος χείμμαρος σαν έβρεχε, ξερόκοτσάνι όταν ο ήλιος θύμωνε και κρουσταλλένιος σταλακτίτης με τα χιόνια
Και οι ώρες του κυλούσαν και περνούσε τη ζωή του φιλιωμένος με τη μοναδική αυτή ολοδική του αχτίνα
Γυρνούσε και πού δε γυρνούσε μαζί της όλο λέγοντας ταξίδι, ταξίδι αγύριστο συνεχώς λέγοντας
(Θανάσης Γ. Μίχος, Άστεγος Μετανάστης και Δραπέτης, εκδόσεις Βερέττα)
ΕΡΑΣΤΕΣ
Εραστές του Σαββάτου
Φουσκώνουν το μπαλόνι
Το κρεμούν στον φαλλό
Νιάτα από μπετόν αρμέ
Στη διαπασών γλεντάνε
Έτσι που τα κατάντησαν
Ανδρείκελα του ψεύδους
Μέσα στα ξενυχτάδικα
Αναμασούν δυο λέξεις
Σφηνωμένες στο αλκοόλ
Στην μπάρα απόν σώμα
Συνώνυμο της ερημιάς
Η άνοιξη σε περιδίνηση
Οι εραστές στην πίστα
Αγκαζέ με τη μοναξιά.
(Γιώργος Γκανέλης, Υπό το μηδέν, εκδόσεις Στοχαστής)
ΝΟΤΕΣ
Αχαμνό το φως
Σπαργανωμένη ορχήστρα.
Σα να ʼναι όλα μια αρχή
Με σιγανές τις δοξαριές
Ήπιες αντηχήσεις.
Που από παλιά αντιλαλούν
Ίσκιους και εμφυλίους.
(Αντώνης Μπουντούρης, Η αλλαξιά της θάλασσας, εκδόσεις Πανοπτικόν)
ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε
να σκέφτεται και πλάσθηκε
να προσεύχεται.
Όταν μόνο σκέφτεται, κάνει
λάθη, όταν μόνο προσεύχεται,
κάνει θαύματα.
Δια χειρός μου
(Αριστοτέλης Καπερώνης, Ένας λεπτός άνθρωπος, εκδόσεις Γαβριηλίδης)
Δε θέλω να κουράσω με συνεχείς παραθέσεις. Δε θέλω, εξάλλου, να επαινέσω καμία από τις αποστολές στη στήλη τούτη για το έτος που πέρασε. Μόνη μου μέριμνα, να επισημάνω τη νόσο της ακατάσχετης έκδοσης αυστηρώς αυτοπροσωπικών ποιημάτων ημερολογίου (και συχνά, ούτε καν ημερολογίου) που τυπώνονται σκέτο βάρος του χαρτιού, όπως αυτά που παρουσιάζω εδώ, ως απολύτως ενδεικτικά του επιπέδου των συλλογών που έλαβα. Ο ποιητής πρέπει να μπορεί να κάνει αυτό που ο γονέας δεν πρέπει ποτέ να κάνει: να δει την ασχήμια των παιδιών του. Όσο σʼ αγαπάει ο Θεός που αγαπάς το παιδί σου επειδή είναι παιδί σου, τόσο σε μισεί η μούσα που αγαπάς το ποίημά σου επειδή είναι ποίημά σου. Αν νομίζεις ότι απευθύνεσαι στο μυελό των οστών των ανθρώπων, καλώς εκδίδεις. Αν όχι… μιμήσου τον George Lucas. Κάνε τέχνη για τους φίλους σου.











Κύριε Μουζακη πιστεύετε πως η ποίηση συγκινει τους ανθρώπους ? Μιλάω για κείνους τους ανθρώπους που είναι ΜΟΝΟ αναγνωστες. Αν ναι είναι παρήγορο. Δε νομίζω όμως να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Θα ήθελα να ακούσω τη γνώμη σας. Με σεβασμό και εκτίμηση η.δ
Επιτέλους, κύριε Μουζάκη, είπατε τα πράγματα με τ’ όνομά τους.
Γιατί γι’ αυτούς που αγαπούν κι αναζητούν την ποίηση, αυτή είναι, μεταξύ άλλων:
Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
“Ποίηση είναι η ηλεκτρική εκκένωση
Που προκαλεί ο κεραυνός των λέξεων
Χωρίς μεν κίνδυνο ζωής
Αλλά με αίσθηση θανάτου”.
ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ
“Ποίηση είναι οι στιγμές
Που ερωτεύονται κεραυνοβόλα λέξεις
Αν τύχει και κρατήσει ο έρωτας
Περνάει ο δεσμός τους στην αθανασία”
Χωρίς αυτή την αίσθηση, εκείνοι που την αναζητούν και δεν την βρίσκουν, είναι καταδικασμένοι να γυρνούν άστεγοι και πένητες στον κόσμο των λέξεων.
Κύριε Μουζάκη από εκτίμηση και μόνο , αν μου επιτρέπεται ”ποτενσιόμετρο” από το Potenza=δύναμη Με το κυρίως θέμα συμφωνώ ανυπερθέτως !!!!!!!
Θέλω να απαντήσω στην ΠΡΟΣΕΥΧΗ του Α. Καπερωνη με αυτό !!!
Δεν […]
17 / 12 / 17
Γιατί , όταν [ γελάω ] ,
βλέπω να κλαίνε !
Γιατί , όταν [ ονειρεύομαι ]
με πνίγουν
τα προνόμια μου !!
Γιατί , όταν [ τραγουδώ ]
ακούω τις μάνες τους
να μοιρολογούν !!!
Γιατί , όταν [ λέω ευχαριστώ ]
νιώθω πως
υποκρίνομαι !!!!
όταν
αγγελούδια
θερίζει
πείνα !
Κύριε Μουζάκη, επειδή η πένα σας καθόρισε την ποίησή μου, σαν αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτοπροσωπικών ποιημάτων ημερολογίου, κάνοντας μάλιστα εκτενέστατη κριτική σε τρία ποιήματά μου και μόνον σε εμένα, εξαιρώντας τους άλλους δημιουργούς που δεν απέφυγαν τη μήνιν σας, απλά αναφέρατε τα ποιήματα, σάς μιλώ με κάθε ειλικρίνεια και απαλλαγμένη τουλάχιστον εγώ από οποιαδήποτε εμπάθεια.
Λυπάμαι ειλικρινά για το ύφος σας και τις σκαιότατες αναφορές σας, που σίγουρα δεν κάνατε τον κόπο να διαβάσετε τα ποιήματα της συλλογής. Θα βλέπατε ότι τα ποιήματα που έχουν στοιχεία βιωματικής γραφής είναι τα ελάχιστα στο σύνολο της συλλογής που μιλά γι αυτό το πάνελ που λέγεται ζωή κι ότι ανθίζει και τελειώνει μέσα σ΄αυτήν. ΄Αλλωστε ποια ποίηση δεν βιώνει και βιώνεται μέσα στη ψυχή του κάθε δημιουργού…με όλο το σεβασμό να βάλουμε στο στόμα μας τον Καβάφη, πάμπολλα τα στοιχεία τα βιωματικά, που προχωρούσαν βέβαια σε πανανθρώπινα. Να επανέλθω για τα υπόλοιπα της συλλογής, που πρέπει όμως να έχει κάποιος την ευαισθησία να κατανοήσει και να ξεχωρίσει. Ακόμη δημιουργεί απορίες κύριε Μουζάκη, εκτός και αν οι συνεργάτες του ‘Ποιειν’ έχουν τόσο διαφορετική αισθητική και θέση απέναντι στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι. Το φιλόξενο ΄Ποιειν’ έχει δημοσιεύσει 18 ποιήματά μου από δύο συλλογές μου και ευχαριστώ θερμά, με επιλογή δική μου, επειδή, όπως μου ανέφερε ο κύριος Παστάκας του άρεσαν και οι δύο στο σύνολό τους…. Συμφωνώ μαζί σας για το φαινόμενο του πλήθους των ποιητών, που συρρέουν και πόσοι από αυτούς έχουν κάτι να πουν και πως το λένε, αλλά να προσθέσω ότι το φαινόμενο νοσεί και από αλλού, χωρίς να σάς προβληματίζει τόσο πολύ αυτό και δεν αναφέρομαι προσωπικά.Νομίζω γίνομαι κατανοητή. Και κάτι ακόμη, κάποιες φωνές που έχουν κάτι να πουν, δεν προχωρούν γιατί έχουν διαλέξει το δρόμο το μοναχικό και της αξιοπρέπειας και όχι της χαμηλής κεφαλής και του επαίτη και εκεί είναι που πέφτουν οι βόμβες, στα αφύλακτα κεφάλια… Κύριε Μουζάκη, στην κριτικογραφία γράφετε την άποψή προφανώς ελεύθερα…αρκεί να μην προσβάλετε. Το ύφος του πολιτισμού και όχι η βαρβαρότητα να μάς σηκώνει έστω ένα πόντο παραπάνω….
Συγχαρητήρια για το θάρρος να μιλήσετε ανοιχτά και χωρίς περιστροφές. Πάντως, αν μόνο κατακεραυνώνουμε τους κακούς ποιητές, που πάντα άδοξοι θα είναι, νομίζω κάνουμε μισή δουλειά. Δε λείπει μόνο το ποιητικό όραμα από όλα αυτά τα τρέχοντα ποιήματα. Λείπει και η στοιχειώδης ομορφιά. Εγώ αναρωτιέμαι (γιατί πραγματικά δεν ξέρω), πώς προέκυψε αυτός ο στίχος των δύο το πολύ λέξεων, που ψάχνεις τους στίχους έναν-έναν για να βρεις το ρήμα. Πώς τα πηγαίνουν στον εκδότη τους και εκείνος δεν λέει μια κουβέντα “εντάξει, εγώ, αφού πληρώνεις, θα σε εκδόσω, αλλά να ξέρεις, κάνεις διασκελισμούς μόνο κατά τύχη, εμπιστεύεσαι τα επίθετα και οι χασμωδίες πάνε σύννεφο”; Χώρια που προφανώς και λείπει η ποιητική παιδεία, όμως διαβάζοντας τέτοια πονήματα, διαπιστώνει κανείς πως όλοι αυτοί οι επίδοξοι ποιητές, όχι μόνο αδιαφορούν για την τεχνική, αλλά δε διαβάζουν ποίηση γενικότερα. Εκείνο που πρέπει να αναρωτηθούμε λοιπόν είναι ποια τα αίτια αυτής της κακοδαιμονίας. Γιατί αν σήμερα έχουμε πλήθος ποιητές που δεν ενδιαφέρονται για στοιχειώδη τεχνική, που αν είναι ποτέ δυνατόν κι όμως δε διαβάζουν ποίηση, φοβάμαι πως στο μέλλον θα γίνουν ο κανόνας.
Εμένα πάντως μου φαίνεται πως αυτή η ποίηση ακολουθεί κατά πόδας τη άλλη, την πιο αναγνωρισμένη. Μπορεί οι καλύτεροί μας ποιητές να είναι τεχνικά επαρκείς (όχι όλοι, αλλά καλύτερα μην πλατιάσω), να μην τους λείπει η ποιητική ευαισθησία, όμως και αυτών η ποίηση είναι, είτε σαν καταχώρηση ημερολογίου, είτε χαμηλόφωνος εσωστρεφής μονόλογος. Το πρόβλημα υπάρχει στην κορυφή και διαχέεται και προς τα κάτω. Δυστυχώς η τρέχουσα ποίησή μας είναι σα να παρίστασαι μάρτυρας σε κουβεντούλα σαλονιού: κόσμια μεν, όμως συνολικά βαρετή. Μην περιμένει κανείς πως οι αναγνώστες θα ενδιαφερθούν.
Πάντως το ερώτημα του σε ποιον απευθύνονται οι ποιητές, είναι νομίζω διαχρονικό. Όταν ο Σεφέρης δημοσίευε τη Στροφή, την έβγαλε σε 200 αντίτυπα, και μετά, τη Στέρνα σε 50. Δε νομίζω πως απευθύνονταν σε κάποιο ευρύτερο κοινό. Όταν ο Εμπειρίκος έγραφε πως η ποίηση είναι ανάπτυξη στίλβωντος απαστράπτοντος ποδηλάτου, εκτιμώ πως η γνώμη του ευρύτερου κοινού του προκαλούσε παγερή αδιαφορία. Όλοι οι ποιητές θέλουν να διαβαστούν ευρέως, αν ήταν ποτέ δυνατό να αποκτήσουν εξοικείωση με τους τρόπους της ποίησης όλοι οι αναγνώστες. Αν όμως δε γίνεται, όλοι ελπίζουν τουλάχιστον να κερδίσουν την εκτίμηση των κριτικών.
Kύριε Μουζάκη, επειδή το σενάριο της κατάταξης της ποίησής μου, ως αντιπροσωπευτικό δείγμα της κακής τωρινής ποίησης στην Ελλάδα, έχει και συνέχεια, σας παραθέτω τα παρακάτω:
Μεταξύ αυτών, που είχαν την καλοσύνη και ευγένεια λαμβάνοντας τη συλλογή μου -Φωνή Φωνηέντων, να ανταποκριθούν ήταν ο VINCEZO ROTOLO, αν δεν τον γνωρίζετε να σας πω. Είναι Αντεπιστέλλον Μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Συγγραφέων, της Ακαδημίας Αθηνών και Πρόεδρος του Σικελικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών. ΄Εχει μεταφράσει στα Ιταλικά Σολωμό, Ελύτη, Βρεττάκο, Μητροπούλου, Τάκη Βαρβιτσιώτη κ.α. Στην κριτική του, που με τιμά και τον ευχαριστώ θερμά, αναφέρει ότι μεταξύ των ποιημάτων που ξεχώρισε ήταν ”΄Ερως”και ”΄Ο,τι Απομένει”, για τα οποία η αναφορά σας ήταν λίβελος για να αποδείξετε των λόγων σας τα αληθή. Να συμπληρώσω ακόμη πως κάθε αναγνώστης και διαφορετικό ποίημα. Εσείς όμως με ποιο Τίτλο και δικαίωμα κρατάτε το σπαθί και κόβετε κεφάλια. Λυπούμαι ειλικρινά κύριε Μουζάκη και για το ”Ποιείν”, που η λασπολογία αυτή δημιουργεί μόνο ερωτηματικά και απορίες για το σκοπό της.
Δεν θα σας ακολουθήσω πλέον στο δρόμο των απαντήσεων. Τα ελάχιστα όμως έπρεπε να ειπωθούν, γιατί με την απόλυτη σιωπή δεν προχωρά η ζωή και ακόμη να απαιτούμε το δικαίωμά μας να ζούμε σε μια κοινωνία τουλάχιστον στο ελάχιστο σεβόμενοι ο ένας τον άλλον.
Η επιστολή είναι στη διάθεσή σας.
Κύριε Μουζάκη το βιβλίο μου ΣΥΝΤΑΓΈΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΊΑΣ δεν περιέχει ποιήματα.
Λυπάμαι.
Ομολογουμένως κύριε Δ.Μουζάκη, την ξεσκίσατε την όποια ποίηση της καημένης της κυρίας Γερογιάννη και εκείνη υπέπεσε στη λούμπα να κακοκαρδίζεται και να σας απαντά. Τα κείμενα που παραθέσατε είναι όντως κακά αλλά…Η κριτική σας είναι παντελώς άχρηστη για δύο λόγους. Πρώτον, δεν θα βελτιώσουν την επίδοση των κακών γραφιάδων και δεύτερον δεν θα αποτρέψουν αυτούς ή άλλους, αλλά σε όλον τον πλανήτη, από το να γράφουν και να δημοσιεύουν. Για πολύ ευνόητους λόγους όλοι τους καλά κάνουν. Κι έτσι αυτό που μένει είναι να κρίνουμε πλέον την δική σας κριτική, αφού τίποτε δεν ξεφεύγει της ίδιας μοίρας άμα και δημοσιεύεται. Κάπως έτσι λοιπόν σας λέω ότι, το γραπτό σας ως ποίημα (εκ του ποιώ με πιάνετε) είναι απλοϊκό παρά την επιτήδευση που επιχειρεί με στρογγυλές λέξεις όπως το “φρονώ” κλπ κλπ και δηλωτικό της προσπάθειάς σας. Ο George Lucas? Ξέρουμε όλοι πως προκύπτουν οι συνειρμοί όπως ξέρουμε και πως τους κατασκευάζουμε όταν δεν προκύπτουν. Αυτό που σίγουρα προκύπτει από το κριτικό σας κείμενο αγαπητέ είναι μόνο το αίσθημα του κακιασμένου κι είναι κρίμα. Διότι αν ήταν τουλάχιστον ένα του αυθεντικού μισάνθρωπου, θα ήταν πιό ενδιαφέρον, πιό διασκεδαστικό ή δεν θα είχε δημοσιευθεί καθόλου.
Παρακαλώ διορθώστε ” Το σκοτάδι πίσω ” είναι
των εκδόσεων Άλφα Πι και όχι των εκδόσεων Πνοής