`
Ὁ ἀετὸς κάθησε πάνω στὸν βράχο καὶ μίλησε μὲ τὴν σειρά του, λέγοντας τὰ ἑξῆς: «Εἴτε τὸ χέρι Του κόψει τὴν γῆ ἀπὸ τὸ Δένδρο εἴτε αὐτὴ πέσει ἀπὸ μόνη της, ἐγὼ θὰ χορτάσω. Εἶμαι ὁ ἀετός, τὸ πνεῦμα τοῦ Οὐρανοῦ». Τότε οἱ ἄνθρωποι ζήλεψαν τὸ πουλὶ καὶ τὸ κυνήγησαν γιὰ νὰ τὸ κάνουν δάσκαλό τους, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ τὸ σκοτώσουν, μὰ αὐτὸ δὲν ἄντεξε νὰ κρατᾶ τὴν στενοχώρια του καὶ βρῆκε τὸν ποιητὴ γιὰ νὰ τοῦ μιλήσει. Σʼ ἐκεῖνον εἶπε: «Μὴν ἀποδοκιμάζεις κι ἐσὺ τὸν ἄσχημο καιρό, τὸ σανίδι τῆς σκηνῆς, ἂν παραμένει λυγισμένο, ὅταν τὸ φῶς κρύβεται ἐπειδὴ πέφτει τὸ σκοτάδι βαρὺ σὰν πέτρα. Τὸ βάρος αὐτὸ εἶναι ἡ Χαρά, ποὺ θὰ σοῦ ἐπιτρέψει μιὰν ἡμέρα νὰ ἐκπνεύσεις τὴν Ἀγάπη, καταλαβαίνοντας μεμιᾶς πὼς μόνον ὁ φόνος ξεμακραίνει ἀπὸ τὸν ἀριθμὸἝνα. Μέσα μου κρύβω τὰ 99 ὀνόματά Της. Διάβασέ τα φωναχτά, μὲ τὸν δικό σου τρόπο».
Ὁ ἀετὸς ἔπεσε στὰ πόδια του, κι ἔτσι σκυμμένος ἔγινε σιγὴ στὸ χῶμα, ἀφοῦ πρῶτα δώρισε στὸν ποιητὴ τὴν καρδιά του!… Τότε διάβασα τὰ 99 ὀνόματα μὲ τὸν δικό μου τρόπο.
Ὅσην ὥρα ὁ νοῦς τὰ προσέλκυε μὲ μυστήριο καὶ τὰ μάτια συνδυάζοντας τὶς λέξεις θεράπευαν τὴν πράξη, ἡ φωνὴ τὰ μετουσίωνε σὲ διαδοχικὰ ζεύγη σωμάτων, ὄχι ὅμως κατʼ ἀνάγκην καὶ πάντοτε.
Στὴν ἀρχὴ ἀντηχῶντας διστακτικὰ καὶ βαριά, μετὰ καὶ τὸ τέταρτο σῶμα μὲ τὴν γρηγοράδα τῆς πτώσης τῶν ἐποχῶν, χα- λαρώνοντας τὸν ρυθμὸ παρὰ μόνο πρὸς τὸ τέλος, ἡ φωνή μου… Ἡ χαρά μου.
`
Ἀποκοιμιέται
μὲ μιὰ μαύρη πινελιὰ
ἡ παπαρούνα.
`
Σὰν πορσελάνη.
Καὶ πηγαίνω στὴν μάχη
μὲ τὸ ἄλογο.
`
Σύννεφα-παιδιὰ
χτυπᾶνε παλαμάκια.
«Ἀντίο, φίλοι.»
`
Καλῶς τὴν μπόρα!
Πλέον οἱ μουγκοὶ
ἐραστὲς μόνο θὰ σωθοῦν.
`
Ἄδειο μέταλλο.
Κτυπῶντας το σκέφτομαι
τὸ μοναστήρι.
`
Χθινοπώριασε.
Τὸ κρέας τῆς θάλασσας
ἡ μικρὴ ἀκτή.
`
Χρυσὲς πιπεριὲς
ἢ φύλλα ροδακινιᾶς
τὸ φθινόπωρο;
`
Μὲ ὑγρὴ καρδιὰ
ὁ κόρακας περπατᾶ.
Νύχτα εἰρήνης.
`
Δυὸ κόκκοι ἄμμου
ὅ,τι περισώθηκε.
Θὰ τοὺς ἀγαπῶ.
`
Κανεὶς στὸ δένδρο;
Δῶσε τὰ ψίχουλά σου
νὰ γίνει σπίτι.
`
Ἐδῶ καὶ στʼ ἄστρα.
Ἐν σιωπῂ νυκτόβια
ὁ ὁδοιπόρος!
`
Σάρκα φωτὸς νὰ μείνει ἡ τελευταία ἐλιὰ στὸ πιάτο
`
Χάραξε σιγή.
Ἡ Μαύρη Παρασκευή
κουκούτσι ἄδειο.
`
Χαλνᾶ τὸ κρύο.
Τὰ σπουργίτια κουρνιάζουν
σὲ πῦρ βουδδικό.
`
Μὲ γυμνὰ χέρια
πλένω τὰ φραγκόσυκα,
στὰ ὄνειρά μου.
`
Μὰ τί ζητῶ καὶ κλαίω
ἀποβραδὶς ὣς τώρα;
Πράσινη δρόσο,
τοῦ Μάρτη ἀνάσα,
ποὺ μεγαλύνθη ἐντός μου.
`
Πουλὶ σπασμένο,
ἀπʼ τὴν κοιλιά σου τρέχει
νερὸ δυὸ χρόνων.
`
Στὲς ἐρημίες
μὲ τὸ λιγοστὸ νερό,
τὰ χρόνια σκνίπες.
`
Μόνος πρὸς μόνους.
Τὸ κομπολόι τοῦ Θεοῦ
οἱ μαῦρες χάντρες.
`
Ἄνεμος ξυπνᾶ
δυὸ κούμαρα πεσμένα,
καὶ ἀγγίζονται!
`
Ψάλλει ὁ ἥλιος.
Οἱ δυὸ αὐλοὶ τοῦ Λὶ Πὸ
κλάνουν σκοτάδι.
`
Αἶγες καὶ ἄνθη
μὲς στὶς λίμνες τοῦ Μάη —
τρύπια τὰ φύλλα.
`
Τρελλοκομεῖα
δίχως κάγκελα ὑμνῶ.
Δένδρα καὶ πουλιά.
`
Ὁλόλαμπρη ἄνοιξη,
μόνη μὲ τὸν ἄνεμο.
Τὸ παλιὸ κλαδὶ λέει στὸ μικρό:
«Θὰ σπάσω πρὶν μοῦ μοιάσεις».
`
Ἐσμὸς κυττάρων,
πίσω ἀπʼ τὸν χιτῶνα
τὸν μαρμάρινο.
`
Σκυφτὴ δωρίζει
πανέρι μὲ ζουμπούλια —
Ἑαυτόν, Ψυχήν.
`
Μιὰ γάτα τρώει
τὸ πρῶτο της μπαρμπούνι.
Πουθενὰ σιωπή.
`
Τρεῖς γέροι κι ἐγώ.
Ξάφνου ὁ ἥλιος δύει
καὶ νά, ἡ μηλιά!
`
Ἄδειος ὁ δρόμος.
Τʼ ἄνθη ποὺ ρωτοῦσες πρὶν
ἀποκρίνονται!
`
Κόσμον νηστεύω.
Ὑπὲρ Ὕλης καὶ δόξης
τῆς θεᾶς Πορδῆς.
`
Σσστ, ὅπου νά ʼναι
θὰ γίνουμε φεγγάρι…
Μέχρι τὴν μέση.
`
Ἂς χωρίσουμε
τὸ Χῶμα ἀπʼ τὶς πέτρες,
τὸν θάνατό μας.
`
Πᾶμε νὰ δοῦμε
τὸ δένδρο μὲς στὸ φύλλο.
Νὰ δοῦμε κι ἐμᾶς.
`
Γεροτζίτζικα,
τὸ τραγοῦδι δὲν ξεχνᾶς,
πού ʼπες σὰν παιδί;
`
Τὸ πρόσωπό μου
σπουδαῖοι νεκροὶ φυσοῦν.
Αὐγῆς ἀγιάζι.
`
Κι ἐσὺ κουνούπι
ἀγαπᾶς τὰ βιβλία,
τυφλὸ κουνούπι.
`
Τὰ πρῶτα πρῶτα
κουνούπια δὲν τσιμπᾶνε.
Φτιάχνουν τὸν χάρτη.
`
Βραδυνὸς γρύλος·
ἡ περασμένη μέρα
ζεῖ… Ζεῖ καὶ πάλι!
`
Σωριάζετʼ ὁ ἥλιος
στὰ στάχυα τοῦ ὕπνου μέσα…
Κεῖ τὸ ψωμί μας!
`
Θεοσκότεινη
συλλαβὴτοῦ τζίτζικα,
ἀλλʼ ἀναμένει.
`
Νερὰ γελοῦνε.
Πάνω ἀπʼ τὸ δικό μου
παιδιοῦ κεφάλι!
`
`
Διαβάζοντας αἴφνης μὲ τὸν δικό μου τρόπο τὰ 99 ὀνόματα (σώματα) τοῦ ἀετοῦ, ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ βράδυ βλέπω τὸ κεφάλι τοῦ περήφανου πουλιοῦ νὰ ἀναπηδᾶ μέσα στὸν δίσκο τοῦ ἀνατέλλοντος Ἡλίου. Τὸ Κοινὸν τοῦ προσώπου μου βλέπω, κομμένο σὰν ἐκεῖνοτοῦ ἸωάννητοῦΒαπτιστῆ,καὶ γράφω τὸ μόνο ποὺ ἀξίζει νὰ γραφτεῖ πρῶτα ἀπὸ τὸν ποιητή:
Ἥλιε Ἥλιέ μου,
οἱ δικαστές μας πᾶνε
πιὰ νὰ κοιμηθοῦν.
Ἄλλο πλέον μὴν πεῖς.
Σιώπα καὶ χτύπα τὶς καμπάνες.
ΤΕΛΟΣ
ΚΑΙ Τῌ ΧΑΡᾼ
ΔΟΞΑ
`
**************************************************
`
O Βασίλης Ζηλάκος γεννήθηκε στις 28 Μαΐου του 1980. Το 2009 ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο Κουκούτσι. Έχει συγγράψει πέντε βιβλία, τέσσερεις ποιητικές συλλογές και ένα παραμύθι: Νερά γελούνε (Σαιξπηρικόν, 2017), Το Κελαηδιστό πουκάμισο (Κουκούτσι, 2015), Ο πρίγκιπας και το πουλί τ’ αηδιόνι (Κουκούτσι, 2014), Ξύλο ξανθό π’ αφράτεψε στο στόμα (Οδός Πανός, 2012), Η κούπα του τσαγιού (Οδός Πανός, 2010). Ζει στην Αθήνα.











Ο Βασίλης Ζηλάκος υπηρετεί την αλληγορία στην ποίηση, (μαζί με μια ολόκληρη στρατιά νέων ποιητών), η οποία κατά Μπόρχες αποτελεί το χείριστον της ποιήσεως…
Μακριά από τον «θεό των μικρών πραγμάτων» που ταλαιπωρεί την ποίηση, ο Ζηλάκος ορθώνει σε κάθε βιβλίο μια γλώσσα και ένα πνεύμα που συνομιλεί διακειμενικά και τροπικά με πλείστα είδη λόγου. Για αυτό και εξασφαλίζει, κατά τη γνώμη μου, τη διαχρονικότητα την οποία ούτε από την κλειδαρότρυπα δεν θα δουν οι λογοτέχνες και καριερίστες της φεισμπουκικής γλώσσας.
Ασφαλής που υπάρχει στη γενιά μου.