Τα ήσυχα νερά

τα νυχτερινά πουλιά
συνοδεύουν τους άντρες
στο θάνατο,
πετάνε από πάνω τους
τσιμπάνε τις αναμνήσεις
που αυτοί κρεμάνε
στα δένδρα τις νύχτες,
πλαταγίζουν τα φτερά
στο πρόσωπο
μέχρι να σηκωθούν απʼ το κρεβάτι
να βγάλουν την πυτζάμα
την φανέλα
να τακτοποιήσουν
μέρες και αισθήματα
να χωρίσουν το σώμα απʼ τα εσώρουχα
το κρέας από την ψυχή

τα ορμητικά ποτάμια
είναι οι καλύτεροι φίλοι του άντρα,
όταν τους συνοδεύουν στο θάνατο,
οι άντρες ρίχνονται μέσα τους
σαν τα παιδιά στη θάλασσα,
παλεύουν με τα κύματα,
τα ρεύματα,
τις δίνες,
και σκέφτονται
χωρίς πικρία,
έτσι ήταν και στη ζωή,
παίζαμε με τις ρουφήχτρες
τις θανάσιμες ώρες
τις γιορτές των ψυχών,
τις πέντε αδελφές που έφυγαν
χωρίς να παντρευτούν,
την απουσία του πατέρα
την μάνα που δεν ξεχώριζε
το χώμα από τον ουρανό
ούτε τις πόλεις από τα κοιμητήρια

όταν ο Βοράς πλησιάζει
το Νότο
και η νύχτα ξαπλώνει
απελπισμένη δίπλα
οι άντρες βλέπουν
στα ποτάμια
μόνο ήσυχα νερά
ξεχασμένα αδέλφια
κι αγαπημένους φίλους

Τα φτερά του άντρα

έτσι είναι και με τα φτερά,
οι άντρες πετάνε,
ή νομίζουν ότι πετάνε,
γι’ αυτο αγαπάνε
τα φτερά των αεροπλάνων,
το αλκοόλ και τα πεζοδρόμια,
και ξαπλώνουν στις πλάκες,
νομίζοντας ότι έχουν ρίζες
που φυτρώνουν φτερά,
και σκέφτονται το πρώτο μπράβο
το πρώτο γκολ,
τον άνεμο που τους ανεβάζει,

οι άντρες αγαπάνε
τα αυτοκίνητα, το μποτιλιάρισμα
τους θορύβους της ημέρας,
τις αδέσποτες νύχτες,
και κάποιες γυναίκες του σινεμά,
νοιώθουν άνετα με τον πόνο του άλλου
και τα σημάδια του θανάτου,
τους θυμίζουν άκακα παιδιά
που τραγουδάνε απελπισμένα
τα κάλαντα

αλλά υπάρχουν νύχτες
που οι άντρες ξαπλώνουν
από φόβο
σφίγγοντας την ανάσα
να ακούσουν τα πούλια
και τα φτερά
να νομίσουν ότι πετάνε
να νομίσουν ότι αγαπάνε


Η γυναίκα είπε

τόση βαρβαρότητα και μοναξιά
στην κουζίνα μου, δεν την αντέχω,
είπε
οι άνθρωποι όταν μετράνε τους νεκρούς,
χάνουν στους αριθμούς,
όταν μετράνε τις αγάπες
χάνουν τους ζωντανούς,
πώς να αντέξεις τόσα θύματα
και τα γλυκά του κουταλιού
τις διακριτικές κινήσεις της μητέρας
τα συγκρατημένα μπράβο της θείας
την απουσία του πατέρα,
την ηλιθιότητα των γειτόνων
τη μετριότητα της ζωής
κι έναν έφηβο κρεμασμένο απ το ταβάνι
να βλέπει
τις προσευχές και τα τόσα θαύματα
που γίνονται στο σπίτι μας

πώς να αντεξεις
τα χαρωπά βήματα στις κοντινές συνοικίες
τα τραγούδια πάνω από τις πισίνες
πώς να αντέξεις τις επινοήσεις
των ανθρώπων

οι άνθρωποι δεν αυτοκτονούν πια στα ποτάμια
γι αυτό και πέταξα τα φτερά
που μου είχες χαρίσει

Συνάντηση με τον (νεκρό) πατέρα

Κατεβαίνω στο γιαλό,
-κάπου διάβασα ότι το νερό εξαγνίζει-,
με μάτια βουρκωμένα,
-ίσως να ήταν στην Βίβλο-

περίμενα μια κληρονομιά,
δεν ήρθε ποτέ,
ίσως και να ήταν αυτή της αγάπης

Ο πατέρας με χτυπούσε πολύ,
-ένα φεγγάρι μακριά ανασαίνει,
δεν ξέρω αν ζει ή πεθαίνει-

κολυμπώ στην ακρογιαλιά
το κορμί σου αν μπορούσα θα γιάτρευα,
ό,τι έχει απομείνει,
μπορεί και κάτι να μου έχει απομείνει,
έτσι είπαν οι γιατροί,

Ο πατέρας ήταν ευαίσθητος,
και βίαιος πολύ,
αγαπούσε τα ζώα και τα παιδιά

στην απέναντι όχθη
θέλω να φτάσω,
στα καφενεία της αναψυχής,
να φύγω από αυτό τον αιώνα,
να φύγω από αυτό το σώμα
να πιω ένα καφέ στην υγειά μου,
να πιω ένα καφέ στην υγειά του,

Είμαι γεμάτος μελάνι και αίμα,
έχω θυμό,
και δυο φωτογραφίες
στην τσέπη του μαγιό,
τα τσιγάρα στο χώμα,
καήκαν μαζί με εκείνα τα παιδιά,
που εγκλωβίστηκαν στο δάσος,

Ένα άλλο πνίγηκε σήμερα,
λίγο πιο κάτω από εκεί που βάζεις
την ομπρέλα

ένα φεγγάρι μακριά ανασαίνει,
δεν ξέρω αν ζει ή πεθαίνει
είδα τον πατέρα σήμερα,
δεν ξέρω αν ανασταίνομαι ή πεθαίνω,
σαν να είδα τον πατέρα μου
σήμερα.