`
Τα Ζάρια του Ήλιου
Έβηξα δυνατά. Ξανά και ξανά. Από το στόμα μου βγήκε ορμητικά, σε μορφή
στάχτης, ένας μικρός ανθρωπάκος. Γύρω στα πενήντα, νομίζω. Έκανε ένα γύρο τη
σπηλιά. Αγκομαχούσε. Κάθε τόσο σταμάταγε και με κοιτούσε. Με τρόμο, με βία και
με κούραση. Και συνέχιζε να περπατάει. Να περπατάει, να σταματάει και πάλι από
την αρχή. Μίκραινε καθώς περπατούσε. Στο τέλος αυτός ο μικρός ανθρωπάκος από
στάχτη όπως και όλοι οι προηγούμενοι σωριάστηκε στο έδαφος. Δεν έμεινε τίποτα
από αυτόν, μόνο μια μακριά σταχτιά γραμμή που διέτρεχε τη σπηλιά. Έβγαλα, για
άλλη μια φορά, τα ζάρια από την τσέπη. Ήρθε ο αριθμός τρία. Δύο και άσσος.
Πλησίασα τη φωτιά στο κέντρο της σπηλιάς. Έφαγα τρεις μεγάλες μπουκιές.
Μάσησα αργά. Τις κατάπια δύσκολα, αλλά έτσι είναι. Τα Ζάρια του Ήλιου, έτσι
είναι.
`
*
Έρωτας
Περπατά μέσα μου ένα γλυκό ερπετό.
Ο κοριός. Κάτω από το δέρμα.
Η φωτιά που με καίει.
Το σαλιγκάρι που γυρνά.
Ο κεραυνός στο μέτωπο.
Ρολόι, κανονικός ρυθμός.
Περπατώ στην πόλη, κλείνω το μάτι.
Γιατρεύομαι.
Χαμηλά, βρήκα τις πολιτείες που έψαχνα.
Άνθρωποι, μυαλά, μυρμήγκια, συναισθήματα.
Χρώμα αστείρευτο. Κόσμος ορθάνοιχτος.
Γυμνά τα χέρια μας από το ερπετό.
Αγκαλιάζουν λευκά μάτια, γδυμένες στάσεις.
Το μαύρο ερπετό που σακατέψατε.
Που γδάρατε για να ντύσετε τον ανούσιο έρωτα σας.
Γιατί το λευκό, λευκό του μάτι φοβηθήκατε να κοιτάξετε.
Εκεί που η φωτιά καίει. Εσείς δειλιάσατε.
Εκεί που το σώμα σφάζει. Εσείς στρέψατε το βλέμμα. Πάνω.
Δεν ψάχνω, ψάχνω το νεκρό στο μαύρο.
Ψάχνω τη σκοτεινή μητέρα που γεννά.
Που καταπίνει και γεννά το λούνα παρκ, τις ρόδες, ρόδες
και τον τρόμο.
Το φρέσκο βλέμμα του παιδιού, τα πιασμένα χέρια.
Τον έρωτα που κράτησε γερά στη συνουσία το πνεύμα.
Και κράτησε με ανθρώπινη ιαχή στα χέρια το χώμα
και την κίνηση.
Τον ήλιο και το ελάφι του θανάτου.
Τον ήλιο και το αίμα, το ελάφι του θανάτου.
Τον ήλιο και τη νύχτα, το αίμα, το ελάφι, τον θάνατο, τον θάνατο.
`
*
Navajo
Ξανανοίγω το χρώμα του κόσμου.
Σα βιβλίο παιδικό.
Να απλώσω τα δάχτυλα, μαύρα
στο θεόρατο σύννεφο
για να πέσει βροχή.
Να τραντάξω τον ήλιο
με σκληρές πινελιές από κόκκινο αίμα.
Να ξεντύσω γυναίκες, από φούστες και μάσκες.
Να σκεπάσω με σεντόνι, λευκό
τα παιδιά που κρυώνουν.
Να γκρεμίσω τις στέγες
για να μπαίνει ο ήλιος
να ζεσταίνει τα μάτια.
Να φυτέψω εφτά δέντρα – καφέ πράσινο –
στης βουλής τα συντρίμμια
και στο δρόμο του Τοίχου – Γυρνώ το πινέλο –
να γκρεμίσω οθόνες
και κουτιά που, τι ανοησία;
ξύνουνε λέει τον ουρανό.
Και να βάψω τα μάγουλα
Ισπανών και Ευρωπαίων
με ινδιάνικο χρώμα
και φτερά αετών,
και του κόνδορα μάτι
να φορέσω
στο κεφάλι του ανθρώπου.
Πριν νʼ αφήσω το χρώμα
σε σοφών πολιτείες,
Προμηθέα φωτιά
στων ανθρώπων τα άστρα.










