`
α΄
Ένα τρελό μεσημέρι
κατέβηκαν οι θεοί στη γη
με όλα τα ξωτικά μαζί και τους προφήτες
μια πολύχρωμη παρέα
ο Βότον αγκαλιά με τον Σίβα
κορύνες πετούσαν στα φανάρια
υποκλίνονταν οι Βαλκυρίες
και μάζευαν χαλκό και βρισίδια
στα φανάρια συμβαίνουν διάφορα
κουλούρια και υαλοκαθαριστές
πώς αλλιώς όταν η τελειότητα είναι το ζητούμενο;
`
β΄
Έφτασε τʼ απόγευμα
πεινάσανε οι Νύμφες
η πείνα σίγασε με hot dogs στη γωνία
η πολύχρωμη παρέα
με μπροστάρηδες τον Μωυσή τον Μάματ
κι άλλους ξακουστούς
τράβηξαν για μια πλατεία
ξεδίπλωσαν αυλούς
κούρδισαν τύμπανα
κύμβαλα ζώστηκαν
και στροβιλίστηκαν
σε ήχους εξαίσιους.
Σʼ ένα παγκάκι
δάκρυζε ο Βούδας
κάτι του ψιθύριζε ο Ιησούς
στʼ αυτί για ένα μαστίγιο
πεταμένο στα σκαλιά του ναού του.
Γέμισε δάκρυα η πλατεία
χαμογελούσαν οι περαστικοί
που να καταλάβουν…
Ένα τρελό απόγευμα
χόρεψαν οι θεοί στη γη
με όλα τα ξωτικά μαζί και τους προφήτες.
`
γ΄
Ύστερα φύγανε όλοι
σαν ποτέ να μην ήρθαν
πίσω δεν κοίταξαν
μόνο αφήσανε στην άσφαλτο λεκέ
ένα λεκέ του ανικανοποίητου
με σάλιο έμοιαζε αράχνης
που ιστούς υφαίνει
στο γέλιο ανάμεσα
και στη συμφορά.











Μου άρεσε πολύ!