ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΛΕΥΚΟ-1960
(VERS LE BLANC INFINI-1960)
Ο ΚΑΘΡΕΔΙΚΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΡΔΙΑ
Ο καθρεδικός είναι μια καρδιά.
Πως να το πω
ότι ο καθρεδικός του Στρασβούργου
ήταν μια καρδιά;
Για τον ίδιο ακριβώς λόγο
που μπορείς κι εσύ να το πεις
πως είμαστε μια συνομοταξία από αστέρια
πως οι άγγελοι έχουν ίδια με τις κούκλες χέρια
πως το γαλάζιο σε θανάσιμο κίνδυνο έχει βρεθεί
πως μισεί τους υπερανθρώπους
πως προτιμά τους χιονανθρώπους
οι οποίοι τοποθετήθηκαν σε μια ακροθαλασσιά
περικυκλωμένοι από λάμπες πετρελαίου.
Ο καθρεδικός είναι μια καρδιά.
Ο πύργος είναι ένα μπουμπούκι.
Μήπως μέτρησες τα βήματα
που οδηγούν στην αποβάθρα;
Κάθε νύχτα γίνονται αυξανόμενα
αθρόα.
Μεγαλώνουν.
Ο πύργος περιστρέφεται
και γυρνά ολόγυρά του.
Περιστρέφεται μεγαλώνει
χορεύει μαζί με τους αγίους του
κι οι αγίοί του
μαζί με τις καρδιές τους.
Μήπως πετά με τους αγγέλους
ο πύργος του καθρεδικού του Στρασβούργου;
Ο καθρεδικός του Στρασβούργου
είναι ένα χελιδόνι.
Τα χελιδόνια
πιστεύουν στους αγγέλους που στα σύννεφα κατοικούν.
Τα χελιδόνια
δεν πιστεύουν στις σκάλες.
Για να εξυψωθούν στον αέρα
επιτρέπουν στους εαυτούς τους να πέσουν στον αέρα
υφαίνουν στον αέρα
στο απέραντο γαλάζιο.
Ο καθρεδικός του Στρασβούργου
είναι ένα χελιδόνι.
Φτερουγίζοντας επιτρέπει στον εαυτό του να πέσει στον ουρανό
μέσα στων αγγέλων τον αέρα.
QU’ EST-CE QUE C’ EST QUE CA
Ένας άνδρας σαν κοράκι πέφτει και κοιμάται
και σαν νεκροφόρα ξυπνά
ακολουθούμενος από μερικές εκατοντάδες κόσμου.
Ένας άνδρας σαν αοιδός πέφτει και κοιμάται
και σαν ένας μοντέρνος τεχνοκράτης ξυπνά
είναι αυτό που λένε ένας μηχανοποιημένος υπερκένταυρος
για όλες τις βολιδοσκοπήσεις οι οποίες εκχυλίζουν
με λογάριθμους υπολογισμούς μιας ηλεκτρονικής
πυρηνικής επιστήμης.
Μια γυναίκα με τα δώδεκά της παιδιά
πέφτει και κοιμάται ασφαλές κι ηχηρά
κι ως μια λίμνη ξυπνά
των νυμφών των σκοτεινών
κι ως δεκατρείς κτηνώδεις ποταμούς που ακολουθούν.
Ένα παιδί πέφτει και κοιμάται πάνω στη λέξη Moccolo.*
Αλλά τί είναι το
Moccolo.
Και σαν μικρό κερί ξυπνά
που ολόφωτα καιγόταν μές στης Ρώμης τις οδούς
κατά τη διάρκεια των εορτασμών του καρναβαλιού.
Μια όμορφη γυναίκα κάνει ένα μπάνιο
και φεύγει απ’ το λουτρό
περιτυλιγμένη μέσα σε αξιοθαύμαστα από φλόγες φτερά.
Βάζει στο σπίτι της πυρκαγιά.
Τίποτα δεν της απόμεινε πια
απ’ το να αυτοθαφτεί ζωντανή
σε τάξη για ν’ αποφύγει την απώλεια ολάκερης της πόλης.
Η κηδεία δεν ήταν εύκολο έργο
κι ολοκληρώθηκε με την χρήση μακριών μεταλλικών
πιρουνιών
απ’ τη συλλογή των κυρίων Άλφρεντ Νταρίλλον πατήρ
και υιών.
Ένας άνδρας χονδρός πέφτει και κοιμάται
και σαν Νέρων ξυπνά
έχοντας στην μπούκλα του ένα δάφνινο στεφάνι χρυσό.
Μεταφέροντας όλη την ήμερα μα κι όλη την νυχτιά
ταξιδιών διατάξεις
σε ποσότητες μεγάλες
κάτω απ’ το ταβάνι των δικών του σκουπιδιών
είναι αυτό που λένε
μια υπερμεγέθη διαμελισμένη ορχιδέα.
*Ιταλικό είδος μικρού κεριού, ή μικρή λάμπα που χρησιμοποιήται
στην κάψη του βασιλιά καρνάβαλου.
ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΛΕΥΚΟ
Ήταν τ’ άστρα άνθη
και τα μάτια σου ολόγιομα με ανθούς γιοματάρια.
Έσπρωχνες κατά του ατάραχου εδάφους.
Η αγνότητα στα χείλη σου είχε λικνιστεί.
Χρωμάτιζες τ’ αστέρια τα φωτεινά.
Της αυγής το άστρο ο αγαπημένος σου ήταν ανθός.
Ανάμεσα στις φυσαλίδες του ακοθόριστου ουρανού
ανάμεσα στο τραγούδι των πλασματικών αστεριών
χρωμάτιζες τα ουράνια στρώματα και τους ανθούς
με τη φρέσκια αίσθηση της ορισμένης αυγής.
Χρωμάτιζες τα φανερά αστέρια και τα λουλούδια
ακαθόριστη ανάμεσα σε λουλούδια κι αστέρια.
Ήσουν ένας ανθός καθάριος και φανερός.
Ήσουν μια ονειρώδη μέρα και μια νύχτα ολόγιομη μ’ αγνότητα.
Είχες οικοδομήσει της ευθύτητας τους πύργους.
Είχες ψύχραιμα χτίσει τα κρυστάλλινα βήματα
προς το άπειρο λευκό.
Ψύχραιμα άνοιγες την πόρτα.
Χαμογελώντας δημιουργούσες μια μικρή πεταλούδα.
Χαμογελώντας καλοσώριζες τη σκιά σα να ήτανε το
φως.
Άφοβη δεχόσουν την μαινόμενη αποσυναρμολογημένη ζωή.
Κατατρόμαζες μες στην αταραξία σου
η οποία γινόταν ένας ανελλιπής καθρέπτης
πειθήνιος αντικατροπτισμός του αμόλυντου ειδώλου σου.
Άφοβη δεχόσουνα τις πολυμήχανες ώρες
η κοκαλένια μάσκα στου χιονιού τον κολοφώνα
του μολύβδου τ’ αστέρια
τ’ αστέρια του θανάτου.
ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΜΥΡΤΩΝ ΤΟΥ
ΟΝΕΙΡΟΥ
Ο ουρανός χτυπά καθαρά και ήσυχα.
Η καρδιά της Σόφης χτυπά καθαρά και ήσυχα
ενάντια του ουρανού την καρδιά.
Κύματα σηκώνονται στην Σόφη
σπινθηροβόλα
κατακλύζουν το τραπέζι εργασίας του.
Οι μικροί ήλιοι του στροβιλιζόμενου χρώματος
απ’ τα πινέλα και τους μαρκαδόρους της.
Η Σόφη μετέδωσε ολόγυρα
τις φωσφορίζουσες αρμονίες της.
Σμαραγδένια πανιά
διολισθαίνουν σε γαλανές πωλήσεις.
Μικροί καταρράκτες φωτός
σε αμόλυντο γέλιο η πρωινή καμπάνα
είχε αναπτυχθεί.
Το φεγγάρι με τα ωραία σκουλαρίκια
με τα μαργαριτάρια δροσιάς και δακρύων
ήταν με σεβασμό καλεσμένο
να επισκεφτεί τις ασημένιες σφαίρες.
Και με καλή εύνοια απέδωσε το φευγιό του
στης Σόφης τις προθέσεις.
Το στέμμα των αστεριών του ονείρου
γλίστρησε μεταξύ των μυρτών του ονείρου.
Η Σόφη προστάτεψε την ομορφιά
απ’ τα βέλη της ασχήμιας.
Ίασε τις άρρωστες ημέρες
του σκοτεινού ξορκιού
της ατονίας και της δυσπιστίας.
Το αχανές δοξάρι του φωτός άγγιξε τη γη
και η γη τραγούδησε.
Ο ΑΦΕΝΤΗΣ ΚΑΡΦΩΤΗΣ
Τη στιγμή της αφίξεώς μου
οι φίλοι μου τα πάντα σκόρπισαν
και με τάξη εξόρμηση έκαναν
για να με δούν να καρφώνω.
Το σφυρί μου κι εγώ
ένα είμαστε.
Μα δε γνώριζα πως
καρφώνονται τα καρφιά στου ψωμιού τα ψίχουλα.
Κι όταν κάρφωσα τα καρφιά
στου ψωμιού τα ψίχουλα
τα κάρφωσα τόσο καλά
που οι φίλοι μου τα πάντα ξέχασαν
κι έτσι κυριολεκτικά μεταβιβάστηκαν
μεταμορφώθηκαν σε καθάριο γαλάζιο.
Μόνο αργά-αργά
επανεμφανίστηκαν
ανασυγκροτήθηκαν
από τη γαλάζια ροή
όταν εγώ είχα σταματήσει να καρφώνω τα καρφιά μου
στου ψωμιού τα ψίχουλα.
PRECIPICE*
Trill trill κάνει πωλήσεις μάχης
εξωθώντας βγάζεις χρυσάφι
ορινθολόγος** δε μπορεί το κόσμημα ν’ αρνηθεί
ερυθόδερμος πρασινόδερμος
πιότερο ερυθρός κι απ’ τον ήλιο
ακολουθούμενος από μια κραυγαλέα ουρά
χοιρομέρι χοιρομέρι φιδίσιο
Trill trill κάνει πωλήσεις μάχης
εξωθώντας βγάζεις χρυσάφι
ορινθολόγος δε μπορεί το κόσμημα ν’ αρνηθεί
όπου ένα ανεκτίμητο μενταγιόν
πηδά πάνω απ’ το πεζούλι
πέρα απ’ τ’ ατελείωτο πεζούλι
προς τα θρύμματα ενός στερεώματος
* Σ’ αυτό το ποίημα είναι δύσκολο να μεταφραστούν ακριβώς οι λέξεις του
χωρίς να χαθεί η μελωδικότητα του, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο προτίμησα
να μείνει ο τίτλος όπως στο πρωτότυπο καθώς και η λέξη Trill.
** Η λέξη ορνιθολόγος, είναι ξεκάθαρο λογοπαίγνιο του ποιητή σατυρίζο-
ντας τη μανία των ορυκτολόγων για χρυσάφι βάζοντας ως πρώτο συνθετι-
κό τη λέξη “όρνιθα”.
ΚΟΥΚΛΑ
Είμαι μια κούκλα.
Αλλά μια ψυχή
θα μου πήγαινε πολύ.
Γιατί να μην είμαι ένα τραγούδι;
Γιατί φτερά να μην έχω;
Υπάρχει άραγε κανείς εκεί
να μου δώσει τουλάχιστον
ένα τρένο ασημί;
Ένα τρένο ασημί
ένα ρυάκι που μουρμουράει να ‘ναι πίσω μου.
Το κεφάλι μου είναι πορσελάνινο.
Στο κεφάλι μου έχω ένα από πορσελάνη καπέλο
που δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.
Όμως είναι αυτό αναγκαίο
για ένα σταυρό να γίνεις καμπαναριό.
Είμαι φτωχός.
Είμαι γυμνός.
Κι εκείνοι δεν μου το ‘χαν υποσχεθεί αυτό!
ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΚΥΜΑ
Κάτω απ’ τα δόντια των βράχων
και πάνω στης ερμίνας τις αμμουδιές
κυματίζουν τα γάντια σου τα κοραλλένια
το σαν σύννεφο καπέλο σου
η λευκή σκιά των φτερών σου.
Γελούσες στον πύργο από χράμι
στην άμμο και στους πάνινους γελωτοποιούς.
Πάντοτε όταν έπεφτε ο ουρανός
ήσουν εσύ που στα χέρια σου τους κορυδαλλούς κρατούσες.
Μα το γκρίζο ροκανίζει των ονείρων σου το λιμάνι.
Οι καθρεπτισμοί των ματιών σου
τα χείλη σου
οι στίχοι σου
γίνονται οι αντίλαλοί τους κενοί και χαμένοι.
Οι λέξεις σου στο γκρίζο πνίγονται
όπου τα φύλλα χνάρια δεν αφήνουν.
Γκρίζο μες στο γκρίζο η ζωή σου κυλούσε
σα τη γκρίζα πηγή των εξαφανισμένων γλωσσών.
Aλλά την τελευταία φορά που σε είδα
ήσουν ένα κύμα λευκό
αποφασισμένη για πάντα στο λευκό
να επιστρέψεις.
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Ο Ελβετός (γαλλογερμανικής καταγωγής) ζωγράφος, γλύπτης και ποιητής Jean (Hans) Arp, υπήρξε από τους βασικούς πρωτεργάτες του ντανταϊστικού κινήματος στην Ζυρίχη και πιο συγκεκριμένα, στο Cabaret Voltaire κι ο πιο αδικημένος σ’ ότι αφορά την αναγνωρισημότητα, εν αντιθέσει με το πολύπλευρο ταλέντο και την καλλιτεχνική αξία την οποία διέθετε.
Σε αυτό ίσως να ευθύνεται και η ήπια προσωπικότητά του και ο χαμηλών τόνων χαρακτήρας του και παρότι οι άνθρωποι που τον γνώρισαν εξέφραζαν πάντα τον θαυμασμό τους για εκείνον,(ο Richard Huelsenbeck, στο βιβλίο του “En avant dada”, γράφει τα καλύτερα λόγια γι’ αυτόν, σε αντίθεση με τον Tristan Tzara που του κάνει σφοδρή επίθεση, ενώ είναι γνωστή η λατρεία του André Breton για τα ποιήματα και τους πίνακές του).
Στα εικαστικά του έργα, διαφαίνεται απόλυτα το προσωπικό του στοίχειο με σχέδια και
σχήματα μυστηριακά-ιερογλυφικά. Στην εισαγωγή του καταλόγου για την έκθεση έργων
δικών του καθώς και των Van Rees και Mme Van Rees, στην γκαλερί Tanner, θα γράψει:
“Αυτά τα έργα είναι κατασκευές γραμμών, σχημάτων, μορφών και χρωμάτων. Επιδίωξαν να πλησιάσουν το ανέκφραστο που βρίσκεται πέρα από μας, το αιώνιο.”
Το 1960, κι αφού έχει πλέον εγκατασταθεί στο Παρίσι κι έχοντας μπει χρόνια πριν
στην υπερρεαλιστική ομάδα, θα εκδώσει μια ποιητική συλλογή αποτελούμενη από μόλις
οχτώ ποιήματα, που καθένα από αυτά, τα συνόδευε μία ξυλογραφία του, έχοντας ως γενικό τίτλο “Προς το Απέραντο Λευκό”.










