Ι
Εκηβόλος στα ρηχά
ιζηματογενής
του πρωϊνού rush hour
αλιερκής στον πολφό
συμπαντικού μάγματος
έναστρος και ζοφώδης
νέηλυς και σεσηπώς
παγιωμένος και υδαρής,
αναζητώ ένα σώμα
καλαφατισμένο
με το σκαρπέλο μιας χαραυγής
σε λαϊκές συνοικίες
για να στεγνώσω
τον άλλο μου εαυτό
πού χώνεται σαν σκώρος
στις ντουλάπες
στα πατήματα μιας σκέψης
– είναι αυτή αυτοπροσώπως; –
διακύβευμα στην επόμενη ζαριά
των φαινομένων.
II
In defiance of time
στο λευκό δωμάτιο
του πρώτου ορόφου
με τις τζαμαρίες
των φθαρμένων παραθύρων
να βλέπουν
στην πολύβουη λεωφόρο.
In defiance of time
δυό λευκά περιστέρια
πέταξαν
απʼ τις μαρκίζες των παραθύρων
σαν υποψία σωματιδίων
πού αρνούνται να επιβεβαιώσουν
την ύπαρξη τους
στα σιρκουΐ
των επιταχυντών.
In defiance of time
δυό μεταφορείς
κουβαλούν
μια ανιστόρητη ντουλάπα
στη γωνία τού τοίχου
και οι τοίχοι αποκτούν
το χρώμα της ώχρας.
In defiance of time
ένα διάφανο χέρι
βάζει στο πλατό
Strawberries live forever
και στο πάτωμα σωριάζεται
ένας άγνωστος εισβολέας.
In defiance of time
η ανωνυμία του
ίδια με την αδιαφάνεια
του θανάτου
– Strawberries live forever –
ένα φτερούγισμα
στην ακινησία του μεσημεριού
σαν εγκάρσια ρωγμή
στο μη αναγώγιμο των φαινομένων.
In defiance of time
ένα αδιάφορο τηλέφωνο
στην υπηρεσία έκτακτων περιστατικών
και ο τοίχος πού βλέπει
στη λεωφόρο
γίνεται ένα αντηχείο
βαρυτικών παλμών
μεταστοιχειωμένο
ροζ των φλαμίγκος.
Να-είμαι, εδώ-τώρα
στην παραλλαγή τού ερυθρού
κατά την διαφυγή Doppler,
προς-πού διαχέομαι
και εν μέσω ποιού αναιρούμαι;
In defiance of time
στο κάδρο του τοίχου
καρφωμένος
των ιδιοκαταστάσεων του φωτός
υπερίπταμαι και βυθίζομαι
έξαρση και συρρίκνωση
πολωμένα ανύσματα
της ίδιας εντελέχειας του κύματος
πού υπάρχει
για να αναιρεί τον εαυτό του.
In defiance of time
κραυγές
και υπόκωφη συριστική αρμονία
ad aeternitatem
έρκος του
είναι-να τώρα
στην ευδία του πεπλησμένου.
ΙΙΙ
Δεν υπάρχει τίποτα εδώ
στην καρδιά τού σκότους
μονάχα
μια αιωρούμενη έφηβη
τού καιρού της
στην ύπτια στάση
τού καλοκαιρινού ονείρου
κιʼ ένας διάδρομος
με καθρέφτες
πού παραμορφώνει
την ψιλόλιγνη τουαλέτα
με τα μακριά δάχτυλα
και το επίμηκες πρόσωπο
και κάνει την φαντασία του
ωστόσο
ενιαία και αλώβητη
σαν αρυτίδωτο θυρεό
τού Chateau στο Marienbad.
Είναι και το δικό μου
είδωλο εδώ
σαν μια φευγαλέα σκιά
πού αναρριπίζει
την ύπαρξη της
σε διαδρομές
εκπεσόντων αγγέλων,
σαν έλλειμμα κυανού
πάνω από δώματα
Αυγούστου.
Δεν νοσταλγώ τίποτε
πού να μην είναι
τόσο τετριμμένο
σαν καθημερινή σχόλη
στους πεζόδρομους των ερωτευμένων
δεν συνιστώ τίποτε
πού να μην αφήνει
μια ταράτσα μοναξιάς
σʼ ένα στερέωμα
πού διαβρώνει
τούς δομικούς του
αρμούς.
IV
Στο πάνω δώμα
νοτιάς υγρός
με μυρωδιά από ταμπάκικα
του Μαγκρέμπ
κιʼ εγώ
μια ελλειμματική τομή
στην διαφάνεια του νερού,
κομμένα χέρια
τρυπημένα λάστιχα
ένα σκεβρωμένο αδιάβροχο
ποντισμένες στο χρόνο
φωτογραφίες
και το όνειρο μου
αιωρείται πάνω
από μια γούβα αχιβάδες
στην αλμυρή απλωσιά
του Τζιμπουτί.
Εκεί έξω
πέφτουν μετέωρα
φωτιά και σίδερο
στα χαρτόκουτα των παιδιών
και στα κεχριμπάρια των καφενέδων
κιʼ εγώ
ξεκαρφώνω ένα αστέρι
του κάτω ημισφαίριου
να φωτίζει ένα λαβύρινθο
δίχως έξοδο
κιʼ όμως το σκοτάδι
να μένει πηχτό
και τα όνειρα ανερμήνευτα.
Εδώ είναι τα παιδικά μάτια
πού δεν θα προλάβουν
το πυρέσσον
της εφηβικής σάρκας
και την αφή της πρωτεϊκής ύλης
στις σήραγγες
του μεγάλου επιταχυντή
εδώ ένα πουκάμισο κενό
πού δεν θα στραγγίσει
τους χυμούς της ζωής
στους πεζόδρομους
των μητροπόλεων του μέλλοντος
εδώ ένα σκυλί
πού αλυχτά μεσοπέλαγα
για πόθους σουσούμια
πάνω στις οπτικές ίνες
της νέας χιλιετηρίδας.
Ένας ελαιώνας στο φως
της Μεσόγειος
ένα ασκέρι βουβά αγριοπερίστερα
στα ριζά του βουνού
δυό πρόστυχα γυναικεία τακούνια
ξημερώματα
σε λιθόστρωτο μεγαλούπολης
ένας Οκτώβρης αλαργινός
κρατά τις αποσκευές
εξόριστου θέρους
κιʼ εγώ άφωνος και ασκεπής
στα λασπώδη απόβλητα
τοξικής καταιγίδας
– Ἐν Αρχῇ ἦν ὁ Λόγος –
γιατί είναι αυτό μπαμπά;
V
Ἀπόχρη γάρ κἂν τὰ πρῶτα
καί τὰ γένη τῶν εναντίων,
οἷον τὸ ἕν καί τὰ πολλά.
Εγώ εδώ αμφίθυμος
και αμφίρροπος
των ενάρετων ασύμβλητος
και των τρυφηλών ακηδής
– το ερώτημα μετέωρο,
γιατί το ἕν δεν είναι παρά ἕν ἐν δυοῖν
και οι νύχτες οι μακριές
των πολικών
ένας ακρωτηριασμένος
μετωπιαίος λοβός,
οι μέρες αίμα
και πομπή άδειου κιλλίβαντα
ακολουθούν
στοιχισμένα τα άδεια πουκάμισα
ατελεύτητη ακολουθία,
οι νύχτες χνώτα
ανυπαρξίας υπό αναστολή,
ένα κόκκινο βιτρό
πιο ζωηρό
από τις σημαίες του Μάη
η σελήνη πιο κίτρινη
από χιλιοπαιγμένη φούγκα
επαρχιακού ωδείου.
Noi albinoi
Όλοι οι εραστές
μια υποψία ανάταξης
σε νερά ενυδρείου,
οι ώρες κρεμασμένες
σαν πολυκαιρισμένα εντόσθια
σε άδειους δρόμους,
βαυκαλίζονται
με το κροτάλισμα
ενός αποφασισμένου ριβόλβερ,
οι πόλεις μαυλίζουν
τις τύψεις τους
σε παννυχίδες άνευ αστερίσκων.
VI
Της σιωπής οιδήματα
άγευστες κόρες
οφθαλμού Tρόπιδος
γαίας πυρίμαχης
φατνώματα περιτόναια
αυτόχειρες καιροί
μάγματος ασυνέχεια
πεσσοί παιζόντων
άπνεα κυβεύματα
αλιερκής πολιτεία
ανεξόφλητων ονείρων
κήποι στενών αναστεναγμών
Kηφείδες ανέστιοι
παρά εν πολλοστημόριο
ο χρόνος
σε κάδο ανακύκλωσης.
VII
Εκείθεν των ήχων
ατλάζια και μπιρσίμια
από τον κάτω κόσμο.
Εκείθεν της σιωπής
είναι μόνο εικόνες
μέρες, δώματα
μειλίχιας μακαριότητας
στο φρύδι του ήλιου.
Εκείθεν του οράματος
είναι οι μωβ πεταλούδες
πού εννυχεύουν την παραδοξότητα
αναφρόδιτου νεκρού.
– κλίμακα για την ευεστώ
του καθολικού περιέχοντος
τα κολλημένα κορμιά
του Zabriskie Point –
Εκείθεν της πέτρας
τα περιττώματα πόλης
πού συναντά τον ίσκιο της
σε βρώμικες σοφίτες
μαγκρεμπίνων μεταναστών.
Εκείθεν του χρόνου
μια συνείδηση
της jnana marga
πού ψάχνει ένα σώμα τεφλόν
για την θανατίλα
υπαρξιακών μεταμεσονύχτιων.
–
VIII
Διαμήκως τανυζόμενος
και εγκαρσίως εκτεινόμενος
σαν βαρυτικό κύμα,
πού λένε,
και το όλον
μεγαλύτερο του αθροίσματος
των μερών,
Πως;
Και οι ώρες της απόφανσης
ανυπόστατες
στο φαινόμενο της διπλής σχισμής
Γιατί;
Εγώ και το είδωλο μου απέναντι
θα είμαι ο ίδιος την επόμενη στιγμή
στο βλέμμα αδιάφορου περαστικού
και στο ημιθανές χαμόγελο
ευκαιριακής πόρνης;
Πως μπορεί να υπάρχω
αλλιώς
παρά ωτακουστής
στα βαριά βήματα πού χάνονται
στο πάνω πάτωμα,
ένας υπόκωφος Αχέροντας
σε λαμπερές νύχτες του Badrutt,
μια σεισοπυγής υποψία
πάνω από τους στοιχισμένους ουλαμούς
της Principia Mathematica.
Ανοίγω κουβέντα για ποδόσφαιρα
το μεσημέρι των αποτσίγαρων
να περισώσω μια επίνευση
του είναι,
ανάγομαι σʼ αυτό
πού με περισφίγγει
σαν τον ελατό κύκλο
αρχαίας τραγωδίας,
ξερνώ βράδια προσημασμένου
χωρόχρονου
και γεμίζει
αποτυχημένους οργασμούς
το κρεβάτι μου
ακουμπώ
δυό κόκκινα χείλη
γλυκανάλατα
στο τώρα-να
μιας ηλιακής έξαρσης,
απολεπιδώνεται μέσα μου
η καταφυγή
στην aria eterna
της αυτονόητης σιωπής.
Πάτρα, 25/10/2016










