
ΟΙ ΓΑΜΠΡΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΓΙΑ ΤΟ ΦΑΡΟ
Σε ένα βαφλάδικο πλάι στο μεγάλο δρόμο γεννήθηκαν οι γαμπροί μου.
Εκεί τους φύλαξαν κάτω από συννεφένια σκόνη σε διαμαντόσχημα χαλάκια.
Στις καρδιές τους λαμπύριζε μικρή βαφλιέρα
που μέσα της χώραγε μεγάλης αγάπης γέμιση.
Μα οι γαμπροί μου εσώκλειναν αγάπη μεγαλύτερη. Κάτω από εικόνα,
χωνάκι παγωτό με στάλα δάκρυ, παράγγελλες τη δική μου.
Οι γαμπροί μου ήθελαν κουτί μʼ αποδημητικό πουλί.
“Αν ανοίξεις το κουτί κι αφήσεις μέσα την αγάπη, το πουλί
κορδώνει τα φτερά του και μετράει μʼ αγαπά δεν μʼ αγαπά», ορμήνεψαν.
Κάθε φορά που οι γαμπροί μου ερωτεύονταν την αδελφή μου,
έβγαιναν έξω να πάρουν φρέσκο αέρα.
“Πάρτε το λεωφορείο για το φάρο», πρόσταξαν οι γονείς μου.
Περπατήσαμε το τελευταίο κομμάτι και θυμηθήκαμε την άγουρη εποχή
πριν από τον έρωτα. Πώς καθόμασταν στην κουζίνα χωρίς να βγάλουμε τις μαντίλες
κι ήταν τα μαλλιά μας χορτάρι ανεμοδαρμένων νησιών. Το είναι μας
ταξίδευε πέρα από τον ορίζοντα. Ώσπου ήρθε η ζύμη
και γέμισε τα καλούπια στις καρδιές μας.
Το φως χύθηκε στα βότσαλα και στα σκαριά των πλοίων,
στων γαμπρών τις λευκές στολές. Ένας γαμπρός στάθηκε στην ακροθαλασσιά
και δρόσισε το πλέγμα που τους έκαιγε κατάστηθα.
Ένας γαμπρός σκαρφάλωσε ψηλά στο φάρο. Άλλος
ξάπλωσε στην όχθη κι αγνάντευε. Το πόδι μου έσταξε
μα ο γαμπρός το στέγνωσε με του γαμπρού το μανίκι.
Απόθεσα μια πλακουτσωτή πέτρα στρογγυλή στο στόμα του γαμπρού που ψιχάλιζε δάκρυα στο πηγούνι του.
Ένας γαμπρός κατέβασε άλλο γαμπρό στην όχθη.
Τα μπράτσα τους τρεμόπαιξαν, και το χορτάρι.
Η αδελφή μου ζωγράφισε ανεμοδείκτη στα χέρια τους.
Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΜΟΥ Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ ΔΙΑΦΕΥΓΟΥΜΕ
Κώνοι φωτός πέφτουν στην άκρη του δρόμου.
Το πλεκτό μου κασκόλ θροΐζει και χάνεται, μέσα απʼ το παράθυρο του αυτοκινήτου
ένα νήμα ξετυλίγεται. Στη γέφυρα το τελευταίο κρόσσι δραπετεύει απʼ το χέρι μου.
Το χέρι μου ξηλώνεται μα η αδελφή μου το δένει κόμπο.
Τα κύματα γαντζώνονται στο παντελόνι του αδελφού μου. Τα μαλλιά της αδελφής μου
κυματίζουν πάνω απʼ τη θάλασσα. Ο ουρανός μουγκρίζει στον αγέρα.
Έρχεσαι τρέχοντας στο δρόμο με το νήμα στην τσέπη σου.
Φωτίζεις με το φανάρι τη γέφυρα. Η γέφυρα φωταγωγημένη σαν καράβι.
Καράβι παραδέρνει στα μαλλιά σου. Στεκόμαστε στην κόψη του ψαλιδιού.
Όπου ο άνεμος ξανεμίζει τα λόγια μας
«Καληνύχτα» συλλαβίζω
Προτού ο αδελφός μου κάνει σινιάλο και ριχτεί πάνω απʼ τον ωκεανό.
Προτού η θάλασσα μʼ εξακοντίσει πάνω απʼ τη γέφυρα.
Η αδελφή μου ταλαντεύεται απάνω στο ψηλότερο σχοινί
προτού ο καθένας στην πλευρά του ανεμοσκορπιστεί.
Εκεί όπου ο άνεμος φουσκώνει τις παλάμες μας
γνέφουν μικρές και ροδαλές
μικρότερες κι από κουναβιού αντίο.
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Η Catharina GRIPENBERG γεννήθηκε στο Jakobstad μια πόλη στις δυτικές ακτές της Φινλανδίας, το 1977. Ανήκει στη σουηδική μειονότητα της Φινλανδίας και γράφει στα σουηδικά. Σπούδασε λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι και δημιουργική γραφή στη Νορβηγία καθώς και κινηματογράφο στη Δανία. Εχει εκδώσει σειρά ποιητικών συλλογών και η ποίηση της έχει αποσπάσει σημαντικές διακρίσεις όπως το Finnish National Radioʼs Poetry Prize Tanssiva Karhu (2008) καθώς και βραβείο από τη Σουηδική Ακαδημία (2012).
Ο κριτικός λογοτεχνίας Bror Rönnholm έγραψε για την Catharina:
“Ο άνεμος φυσάει δυνατά στα ποιήματα Catharina Gripenberg. Σ’ ένα ποίημα συναντάμε τρία αδέλφια, που στην πορεία τους προς τη γέφυρα, ανεμοσκορπίζονται. Σε ένα άλλο ποίημα ένα σπίτι γίνεται έρμαιο των μακρινών ανέμων την ώρα που μια οικογένεια κάθεται γύρω από το τραπέζι (…). Ίσως ο άνεμος να αποτελεί για την Gripenberg, μια εικόνα της ποιητικής της στρατηγικής, σε μια ποίηση στην οποία όλα μπορούν ανά πάσα στιγμή να παρασυρθούν και τίποτα πραγματικά συγκρατείται στη θέση του”










