ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ
Στο ίδιο ξενοδοχείο μετά από χρόνια
Στο ίδιο δωμάτιο με το ίδιο κρεβάτι
Η μόνη αλλαγή που παρατήρησα
Ήταν μια λάμπα νέας τεχνολογίας
Κατά τʼ άλλα, πουλιά στο πάτωμα
Φεγγάρια στο βάθος του καθρέφτη
Σκόνες χόρευαν πάνω στα σεντόνια
Η φωνή σου κλεισμένη στην ντουλάπα.
Στη μία βγαίνουν και τα φαντάσματα
Σιγοκλαίνε σαν τα ορφανά βρέφη
Με βλέπουν απʼ την κλειδαρότρυπα
Κι εγώ γυμνός από συναισθήματα
Αρπάζω ένα και το φορώ κατάσαρκα
Στη ρεσεψιόν ακούγονταν ουρλιαχτά
Ο αέρας τσάκιζε τους ευκαλύπτους
Όλη η ζωή μου σε αναπαράσταση.
Και στον τοίχο η ίδια μαύρη αράχνη
Ύφαινε το πέπλο του θανάτου μου.
ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ
Τα σύνορα της δικής μου πατρίδας
Βρίσκονται σʼ ένα κλειστό δωμάτιο
Οι τοίχοι βρέχονται από θάλασσα
Κι εγώ πνιγμένος εδώ και χρόνια
Γράφω ποιήματα για τους ζωντανούς.
Τα βράδια οι φίλοι μου τα ψάρια
Μπαίνουν στο συρτάρι του γραφείου
Εξερευνούν αποκηρυγμένους στίχους
Βάζουν τυχαία κάποιους σε φάκελο
Και τους ταχυδρομούν στο φεγγάρι
Με τους άλλους φτιάχνουν καραβάκια
Μπαίνω στο πιο μεγάλο και φεύγω.
Τα σύνορα της δικής μου πατρίδας
Μια θάλασσα από νεκρά ποιήματα
Τα ανασύρω απʼ το βυθό και κλαίνε
Τα ρίχνω στο συρτάρι και γελάνε
Τα συντηρώ με τεχνητή αναπνοή.
Τα βράδια κατεβαίνει το φεγγάρι
Ανοίγει το φάκελο με τους στίχους
Τους σκορπίζει κάτω στο πάτωμα
Τότε έρχονται τα ψάρια πεινασμένα
Τρώνε τους μικρότερους για δείπνο
Φορτώνουν τους άλλους σε νταλίκα
Γεμίζει με φτηνές λέξεις η άσφαλτος.
Τα σύνορα της δικής μου πατρίδας
Απέχουν δυο βήματα απʼ τον ουρανό.
ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΧΡΟΝΟΥ
Τα μεγάλα ρολόγια στο πάτωμα
Σκόνταψα πάνω τους κατά λάθος
Εξαρτήματα και βίδες στο χαλί
Παιδικά τραύματα εκτινάχθηκαν
Και καρφώθηκαν στους τοίχους
Νόμιζα πως σε λίγο θα ξημέρωνε
Ξυπνητήρια ηχούσαν σαν σειρήνες
Λεπτοδείχτες γυρνούσαν ανάποδα
Μεθυσμένοι ουρούσαν στην πόρτα
Κατάλαβα πως δεν είχα πια παρόν
Έτρεχα φοβισμένος στον ουρανό
Με χιλιετίες έμοιαζαν τα σύννεφα
Μου ʽδειχνε τα δόντια του ο Θεός.
Ξαφνικά άρχισε να βρέχει πολύ
Δυο ετοιμοθάνατοι με πλησίασαν
Και μου έδωσαν τρύπια ομπρέλα
Αντιμέτωπος με την αιωνιότητα
Κατάλαβα πως δεν είχα παρελθόν
Στρατιώτες δίπλα στα χαλάσματα
Έβγαλα καραμέλες απʼ την τσέπη
Και δωροδόκησα τους νεκρούς
Μετά αγόρασα μαύρο κουστούμι
Μπήκα σε κάντιλακ χωρίς οδηγό
Δεν ξέρω τη συνέχεια της ιστορίας.
Κι όταν απότομα άναψα το φως
Ένας καλοθρεμμένος ποντικός
Συναρμολογούσε τα ρολόγια
Και μου υποσχόταν ευθανασία
Κατάλαβα πως δεν είχα μέλλον
Κι άρχισα να γράφω ποιήματα
Που μιλούσαν για μικρά ρολόγια.
ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΑΣΜΑ
Ύπνος κουρασμένων υπαλλήλων
Το ξύπνημα σκληρό σαν πέτρα
Ρίχνουν λίγο νερό στο πρόσωπο
Ξεκινάνε για το ανεκπλήρωτο
Στο δρόμο μια καλημέρα οχιάς
Στη δουλειά δίπλα στο παράθυρο
Κοιτούν το βάθος του ορίζοντα
Παραγγέλνουν καφέ με βότσαλα
Ρουφάν τη θάλασσα με καλαμάκι
Στρίβουν τσιγάρα παραισθήσεων
Το μέλλον συνωμοτεί με το παρόν
Ανεβάζουν τη θλίψη στο γραφείο
Τη σκορπίζουν στο πληκτρολόγιο
Γεμάτη μαύρα στίγματα η οθόνη
Στοίβες χαρτιών, βαθιές ρυτίδες.
Βράδυ κουρασμένων υπαλλήλων
Ανοιξιάτικα όνειρα εκ παραδρομής
Περνούν ασυνόδευτα απʼ το κρεβάτι
Πηγαίνουν στη σάλα και ξεψυχάνε.
ΠΕΡΙ ΛΟΓΟΥ
Ποιήματα με ψεύτικο μανδύα
Πνίγονται σε μια χούφτα νερό
Στίχοι γραμμένοι κατά λάθος
Πέφτουν σε βαριά κατάθλιψη
Λέξεις φτηνές, κενές νοήματος
Ποζάρουν σε μεγεθυντικό φακό
Συλλαβές τεμαχισμένου έρωτα
Τραυλίζουν σε ανώνυμη αγκαλιά
Δίφθογγοι σε ρωμαϊκά ψηφιδωτά
Κοσμούν της Ιστορίας το φιάσκο
Φωνήεντα ηττημένων κραυγών
Κρέμονται από ένα μανταλάκι
Σύμφωνα ανήμπορης εκφοράς
Αναζητούν ρητορικά χαλίκια
Στίγματα λόγου αδικαίωτα
Χτυπάνε την πόρτα της Λήθης.










