`

Ματαιοδοξία-Κενοδοξία-Φιλοδοξία

`
Φυλακισμένοι στις εμμονές μας,
Στη ματαιοδοξία,
Στις φιλοδοξίες,
Στους ανεκπλήρωτους
Έρωτές μας,
Στο ανείπωτο τής νιότης
Τής αιωνίας.

Καιρός να επανακάμψουμε
Στο Τώρα,
Στη μαγεία της στιγμής,
Στου ήλιου την ακάματη
Την ευλογία.
Καιρός να μεταβολίσουμε
Το Φως
Σε χλωρό λεπίδι,
Άκοπο.

Έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους που τρέφουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, κατατρύχονται από εμμονές, πατούν επί πτωμάτων, παθαίνουν συχνά υστερικές κρίσεις, παραλήρημα μεγαλείου, γίνονται παρανοϊκοί, τσαλαπατούν φίλους και γνωστούς, επιχειρούν να βραβευθούν, να αποσπάσουν επαίνους, να γίνουν αποδεκτοί, να καταστούν επώνυμοι-αναγνωρίσιμοι-διάσημοι… Και στο τέλος πεθαίνουν “σαν το σκυλί στʼ αμπέλι” χωρίς να έχουν κατακτήσει τίποτα εκτός από ένα μέτρο χώμα. “Οι άνθρωποι που πετυχαίνουν αποτυγχάνοντας”, σύμφωνα με τον Σίγκμουντ Φρόιντ. Είναι καταφερτζήδες, αλλά όχι πραγματικά πετυχημένοι, είναι γλοιώδεις αλλά όχι χαμαιλέοντες, είναι αναρριχητικά αλλά όχι ανθεκτικοί στους ανέμους, είναι σοβαροφανείς αλλά όχι σοβαροί. Ένα αλάθητο κριτήριο είναι η παντελής έλλειψη χιούμορ κι αυτοσαρκασμού. Είναι ικανοί για τις πλέον αποτρόπαιες πράξεις όταν νομίσουν ότι κάποιος απειλεί την (με πολλούς κόπους και στερήσεις χτισμένη) δημόσια εικόνα τους. Μόνο που διακατέχονται από το σύνδρομο τού Ιάγου. Είναι συκοφάντες, γιατί επιχειρώντας να μειώσουν τους άλλους νομίζουν ότι αναβαθμίζονται αυτοί. Και προσπαθώντας να κόψουν τα κεφάλια που προεξέχουν ελπίζουν ότι θα αναδειχθεί η δική τους υψηλότητα. Δεν καταλαβαίνουν όμως ότι όταν το δρεπάνι αρχίζει να κόβει τις κορυφές, δεν θα ξεφύγει ούτε το δικό τους κούφιο κεφάλι. Είναι δυστυχισμένοι κι αξιολύπητοι, γιατί χάνουν την ενέργειά τους, την αυτοεκτίμηση, την αξιοπρέπεια και τη ζωή τους την ίδια. Είναι σαν τον δοκησίσοφο εκδικητικό και δολοπλόκο Ορόντ στον “Μισάνθρωπο” του Μολιέρου. Ο ειλικρινής Αλσέστ έρχεται αντιμέτωπος με την υποκρισία και την περίτεχνη κενότητα τών αυλοκολάκων που αλληλολιβανίζονται και δι-αγ(κ)ωνίζονται σε πονηριά, ενώ κανείς από αυτούς δεν έχει καλλιεργήσει κανένα ταλέντο, δεν έχει εξελιχθεί και δεν επιζητεί τρόπους να αναπτύξει την προσωπικότητά του και να βελτιωθεί ως άτομο χρήσιμο στην κοινωνία.
Βεβαίως και υπάρχουν οι υγιείς φιλοδοξίες. Το ζεύγος Κιουρί έδωσε τη ζωή του, θυσίασε την υγεία του για να προσφέρει κάτι στην ανθρωπότητα. Δικαίως τους θυμούμαστε, πολλές δεκαετίες μετά τον θάνατό τους, με ευγνωμοσύνη. Τώρα, αν το κίνητρό τους ήταν η δόξα, λίγο μας ενδιαφέρει. Εκείνο που μετράει είναι το αποτέλεσμα. “Προς γαρ το τελευταίον εκβάν έκαστον τών πριν υπαρξάντων κρίνεται” (όπως έλεγε ο Δημοσθένης). Η προσφορά μετράει, το κοινωφελές έργο. Τα ονόματά μας θα χαθούν στην πλημμυρίδα τού Χρόνου, στον ρου τής Ιστορίας. Το ποτάμι τού Ηράκλειτου είναι αμείλικτο κι ορμητικό. “Κι ο βασιλιάς τής Ασίνης ένα κενό κάτω από την χρυσή προσωπίδα” σύμφωνα με τον Γιώργο Σεφέρη. Κάποτε όμως ήταν μεγάλος και τρανός, είχε συμμετάσχει μάλιστα με εκστρατευτικό σώμα στον Τρωικό Πόλεμο. Ο Όμηρος πάντως αρνήθηκε να καταγράψει το όνομά του. Περιορίστηκε σε δύο λέξεις “Ασίνη τε»… Κι αυτό ήταν όλο. Να τι μένει από την υστεροφημία μας. Αλλά τα έργα τών χειρών μας, εφʼ όσον είναι σημαντικά κι ωφέλιμα καταγράφονται στην συλλογική παν-ανθρώπινη ψυχή κι αποτελούν την μόνη “περιουσία” και κληρονομιά μας όταν εγκαταλείψουμε τον μάταιο τούτο κόσμο.
Η φιλαργυρία είναι συχνά παρενέργεια τής κενοδοξίας και θεραπεύεται μόνο με την αληθινή προσφορά. Οι ματαιόδοξοι άνθρωποι θα ωφελούνταν τα μάλα αν προσέφεραν ειλικρινές κοινωνικό έργο και δεν συμμετείχαν απλώς σε φιλανθρωπικές εκδηλώσεις για να δείξουν τα μετάξια και τα κοσμήματά τους. Ορθώς κάποια αμερικάνικα δικαστήρια τιμωρούν τους διάσημους επονομαζόμενους “αστέρες” με το να σκουπίζουν πεζοδρόμια όταν συλληφθούν να οδηγούν μεθυσμένοι ή με υπερβολική ταχύτητα αγνοώντας το κακό που μπορούν να προκαλέσουν στους συνανθρώπους τους ή σε άλλα ζωντανά.
Οι οπαδοί πολλών θρησκειών αναζητούν την ουράνια δόξα ως αντίβαρο τής γήινης ματαιοδοξίας τους. Όμως κι ο υπερβολικός κομπασμός τών στερημένων για την υποτιθέμενη αρετή τους συνιστά μίαν άλλην ύβριν. Πρόκειται για τον μέγιστο βαθμό τής κενοδοξίας, αφού δεν της φτάνει να θριαμβεύσει εις την γην αλλά αποσκοπεί να κατακτήσει τα ουράνια και το όνομα τού ασθενούς ανθρώπου να λάμπει στην αιωνιότητα. Δεν θα ήθελα να ξέρω για ποια εγκλήματα είναι ικανά αυτά τα όντα. Αλλά και μόνον το έγκλημα τής καταπίεσης τού σώματός τους και των υγιών φυσικών ενστίκτων είναι νομίζω αρκετό για να τους καταδικάσει στην αιώνια χλεύη κι απαξίωση, γιατί αμαρτάνουν υβρίζοντας την ίδια τη Ζωή. Ακριβώς όπως ο Ιππόλυτος τού Ευριπίδη τιμωρείται παραδειγματικά από την Άρτεμη και την Αφροδίτη γιατί επιμένει στη νοσηρή αγνότητα. Η μητριά του τον ερωτεύεται κι όταν αποτυγχάνει να κερδίσει μια νύχτα ερωτική μαζί του τον συκοφαντεί στον πατέρα του κι αυτός τον καταδικάζει με ιδιαίτερη αυστηρότητα. Ήθελε λέει να είναι υπεράνω τών απλών απολαύσεων που η επίγεια ζωή προσφέρει. Κέρδισε τον Θάνατο και πέραν αυτού…τίποτα.
Η ματαιοδοξία αρρωσταίνει πνεύμα, ψυχή και σώμα.
Ας είμαστε ταπεινοί φίλοι μου. Το μεγαλεπήβολο είναι τερατώδες και οι δεινόσαυροι δεν επιβιώνουν σε καιρούς κρίσεων. Τα μικρά θηλαστικά, τα ευαίσθητα, τα αλληλέγγυα, τα κοινωνικά, τα ανθρώπινα έχουν περισσότερες πιθανότητες. Η Φύση δεν αγαπά το υπέρογκο, το υπερβολικό και το υπέρμετρο. Κάτι ήξεραν γιʼ αυτό και οι προσωκρατικοί. Ας μείνουμε στο μέτρο. Ας διατηρήσουμε την ψυχραιμία. Ας αναπτύξουμε το χιούμορ. Ας καλλιεργήσουμε τα ταλέντα. Ας ασκήσουμε τις δεξιότητές μας. Και τότε ο κόσμος μας θα γίνει καλύτερος, ένα ευχάριστο μέρος να περνά – από καιρού εις καιρόν – κανείς εβδομήντα ή εκατό χρόνια.
Θα ήθελα φεύγοντας από αυτή την ενσάρκωση να έχω θέσει ένα μικρό έστω λιθαράκι στο πολύχρωμο ψηφιδωτό τού κόσμου και κάποιος νέος – πολλά χρόνια μετά το θάνατό μου – να διαβάσει έστω κι έναν μου στίχο σε κάποιο παλαιοβιβλιοπωλείο (χωρίς να προσέξει καν το όνομά μου στο εξώφυλλο – τι σημασία θα έχει πια;) και να παρακινηθεί να φιλοσοφήσει, να ερωτευτεί, να στοχαστεί, να εκτιμήσει τη ζωή, νʼ αναβάλλει το θάνατο και να περάσει καλύτερα τη μέρα του. Αυτή είναι η μόνη μου φιλοδοξία. Κι αυτό το καταθέτω εδώ όχι για να περιαυτολογήσω αλλά ως παράδειγμα.
Ο Σεφέρης κλείνει το ποίημα “Αργοναύτες” από τη συλλογή με τον παραπειστικό τίτλο Μυθιστόρημα ως εξής:
Οι σύντροφοι τέλειωσαν με τη σειρά,
με χαμηλωμένα μάτια. Τα κουπιά τους
δείχνουν το μέρος που κοιμούνται στ’ ακρογιάλι.
Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη.

Διαβάζοντας με προσοχή το ποίημα καταλαβαίνουμε ότι η έλλειψη αυτογνωσίας καθιστά τον άνθρωπο ασήμαντο κι αδιάφορο για τους άλλους, άχρηστο στη Ζωή, ένα απλό άθυρμα, που το πέρασμά του από τον κόσμο είναι σα να μην έγινε. Ακόμα κι αν απόλαυσε μεγάλο μερίδιο δόξας κατά τη διάρκεια τού βίου του. Ειδικά τότε.
`
*********************************************************
`

`

ΜΙΚΡΟΙ ΘΑΝΑΤΟΙ, ΠΡΟΒΑ ΟΡΙΣΤΙΚΟΥ

Κάθε φορά που ένα τέως αγαπημένο πρόσωπο
Σε κοίταζε με μάτια πατημένα κυκλάμινα
Ήξερες – συνηθισμένα τα βουνά από τα χιόνια –
Ότι είχε έρθει η ώρα να κλάψεις, να θρηνήσεις,
Να διαμαρτυρηθείς, να φωνάξεις, να απορρίψεις
Τον προδότη, να διαπράξεις εσύ την έσχατη
Προδοσία της μνήμης, να κατηγορήσεις, να διασύρεις,
Να συκοφαντήσεις, να διαβάλλεις, πριν τέλος προβείς
Στην απονενοημένο διάβημα να ρίξεις χώμα στα μούτρα
Του προδότη προδομένου, λίγο πριν τον θάψεις οριστικά
Και λησμονήσεις με τα χρόνια το όνομα, τα χαρακτηριστικά,
Τη γεύση του φιλιού και πώς γυρνούσε στο κρεβάτι
Για νʼ αλλάξει πλευρό, αποφεύγοντας να σε ξυπνήσει.
Έπειτα περνούσες στην άλλη φάση της νοσταλγίας
Των ωραίων στιγμών – αν υπήρξαν, αν τις είχε συγ-
Κρατήσει η μνήμη – και τέλος το κενό. Έτσι όταν κάποτε
Σε ειδοποιούσαν να παραστείς στην κηδεία του
Η αναγγελία του καθυστερημένου θανάτου
Έπεφτε σαν βόμβα κενού στο μυαλό σου
Βυθίζοντάς σε στην ανυπαρξία της αναπνοής.
Εφιάλτες τελευτής των δικών σου, του εαυτού σου,
Εκείνων που σου είναι ακόμα προσφιλείς
Κι αγαπημένοι
Κατακλύζουν μετά το θολωμένο
Μυαλό σου
Κι έπειτα τρως γλυκό του κουταλιού
Πίνεις ρακή και γυρνάς στην κανονικότητα
Της ανάσας που για λίγο είχε πάρει νʼ αραιώνει.
Ο αέρας κατακλύζει πυρρός τα πνευμόνια σου,
Έτσι που σου φέρνει βήχα
Κι ένα σκυλάκι ζητάει ένα ξεροκόμματο
Από το γεύμα σου.
Μα πότε ήρθες, πότε κάθισες εδώ, με ποια παρέα,
Πότε άδειασε κιόλας το εξαίσιο πιάτο
Διόλου δεν το κατάλαβες.
Σε είχε συνεπάρει το αποτρόπαιο μυστήριο
Του θανάτου,
Αυτή η δυσάρεστα ηδονική ιδέα
Της ανυπαρξίας.
Για νεκροζώντανους θα μιλάμε τώρα;

`
*
ΕΥΡΥΑΛΟΣ

Συνήθισα στα μακροβούτια
Για να ξεφύγω απʼ τα ρηχά
Μιας πραγματικότητας που της έλειπε
Το αλάτι
Της αγαθούς συνυπάρξεως
Περίσσευε όμως το πιπέρι
Της προδοσίας,
Το ξίδι του φθόνου,
Η χολή του μίσους,
Το τσίλι της αλλαξοπιστήσεως,
Η ελαφρόπετρα της επιπολαιότητας,
Το ταμπάσκο της ανωφέλως
Εκπορνευθείσης αθωότητος.
Συνήθισα τις καταδύσεις
Σε μεγάλο βάθος
Χωρίς εξοπλισμό
Για να ξεφύγω από τον εαυτό μου,
Εθισμένος σε μια ελευθερία
Πρόσκαιρη
Που μύριζε θάνατο.

Παραλυσία: το τίμημα

`
*
ΑΛΙΑΝΘΟΣ Ι

Τόση τελειότητα
Σε μια στιγμή
Που εύχεσαι
Να τελειώσει
Αμέσως τώρα
Το μαρτύριο της ζωής.

Ακριβώς εκείνο
Το δευτερόλεπτο
Της επώδυνης
Συνειδητοποίησης
Ένας σφήκας
Πέταξε στα πόδια σου
Με τη λεία του:
Μια γιγαντιαία ακρίδα,
Υπόμνηση για την
Επανατελετουργοποίηση
Της Σκληρότητας.

`

ΑΛΙΑΝΘΟΣ ΙΙ

Την έσχατη σιωπή
Αποφεύγοντας
Δημιουργούμε στο κενό
Την πομφόλυγα του πόθου
Για το Άλλο
Και μέσα στους φαινομενικούς
Ιριδισμούς
Γνωρίζουμε ένα πρόσκαιρο
Αντικαθρέφτισμα
Του εαυτού μας
Στο πουθενά
Κι έναντι τίποτα.

`

ΑΛΙΑΝΘΟΣ ΙΙΙ

Ό,τι είναι να έρθει
Και να μείνει
Καλοδεχούμενο.
Ακόμα πιο ευπρόσδεκτο
Εκείνο που θα έρθει
Για να μυρίσει
Ένα λεπτό
Το μίσχο μας
Και να μας αρωματίσει
Με την ευωδία
Των σπλάχνων του,
Χνούδι που πέταξε
Παρευθύς
Σε άλλου θάμνου
Τα αγκάθια
Για νʼ αγκυλωθεί.

`
*
ΔΟΝΗΣΕΙΣ

Στην κλίμακα τής ομορφιάς
Το αγριολούλουδο είναι ελκυστικότερο
Γιατί πρέπει να επιβιώσει.
Στην κλίμακα τής σκληρότητας
Το γαϊδουράγκαθο είναι αδαμάντινο
Στην ευθραυστότητά του.
Στην κλίμακα τής πλαστικότητας
Το πεύκο είναι προσαρμοστικότερο
Γιατί διατηρεί το πέρασμα τών σκέψεών μας.
Στην κλίμακα τής διαύγειας
Το πουπουλένιο σύννεφο είναι εκφραστικότατο
Αφού ακολουθεί και καταγράφει
Τα παγκόσμια ρεύματα.
Στην κλίμακα τής σεισμικότητας
Το φύλο είναι ευαίσθητος παλμογράφος
Γιατί δεν αφήνει ούτε μια ματιά
Ούτε ένα άγγιγμα
Να περάσουν απαρατήρητα.
Στην κλίμακα τής θνητότητας
Ο έρωτάς σου ανανεώσιμος.
Κάθε βράδυ σβήνει και το πρωί
Ανασταίνεται.

`

*************************************************************

`
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ των τριών πρόσφατων βιβλίων του Κωνσταντίνου Μπούρα «ΑΦΘΟΝΙΑ ΜΠΟΥΡΕΙΚ», «ΣΤΥΛΙΤΗΣ» και «ΦΙΛΟΣΟΦΩΝΤΑΣ ΆΝΕΥ από τις εκδόσεις Momentum στο ARTHENS (Αιόλου 77 και Ευρυπίδου), την Παρασκευή 20 Μαΐου 2016 στις 8μμ.. Λεπτομέρειες ΕΔΩ