`

Ρουμπαγιάτ του Κοσμικού Αδιεξόδου
Α· τι πικρόγλυκο κρασί που μʼ αναστύει στα ξένα
πέρα στη ρήγισσα ερημιά που εξόριστος για σένα
κείμαι ω Ποίηση αλήτισσα και Πόλεμε από γάλα
αφού έγλειψα τα στήθια σας τα λασπομυρωμένα.

`
Α· τι θεόρατοι ποιητές σκληρίσαν με την πένα
ενός απόκοσμου θειακού στη βακχικήν αρένα
του μεθυσιού: Άρη Αλεξάνδρου και Μίλτο Σαχτούρη
με θρέψατε με θάψατε κι εμένα Τον Κανένα.

`

*

Περίλυπος Διαπίστωσις
δεν θα ξεπλύνουμε ποτέ τη ρετσινιά της τάξης.
στο τέλος, θα μας καταπιεί η γαμημένη οσμή της
η βρωμερή.

`
δεν θʼ αναπνεύσουμε ποτέ την ξάστερη δροσιά.
αιχμάλωτους θα μας βαστούν, μωρούς, τα πορτοφόλια·
τα γιομάτα.

`
δεν θα ξυπνήσουμε ποτέ από τον λήθαργό μας.
θα ταξιδεύουμε, να κλειδαμπαρωθούμε στα κελιά
των ξενοδοχείων.

`
δεν θα καλπάσουμε ποτέ τους φτέρινους πηγάσους.
ο Σατανάς θα μας κουνά το χέρι στο χαρτί:
“Deus delendus est.”

`
κι εμένα, που τόσον Έρωτα έχω για την Αταξία,
απαγχονισμένο θα με βρούνε από τον Χρόνο,
πριν Της τον μηνύσω.

`
δεν θα ξεπλύνουμε ποτέ τη ρετσινιά της τάξης.

`

*


Ita nunquam me pœnitet

Γερόντια θα κινήσουμε στον τάφο μας
και μουρμουρίζοντας σκυφτοί θα πούμε:
«τα πιο όμορφά μας χρόνια τα ξοδέψαμε
παλεύοντας για κάτι που δεν ήρθε.

(Μα
αυτό
τα
ομόρφυνε)