`

…..Ο Φρίμαν μού έδωσε μετά από τέσσερεις μέρες τα πλαστά έγγραφα και το αεροπορικό εισιτήριο για τον προορισμό Λ. Επίσης αρκετά χρήματα που έφταναν για να ζήσω πλουσιοπάροχα για έναν ολόκληρο χρόνο. Τον ευχαρίστησα με προσποιητή συγκίνηση, σφίγγοντας με θέρμη το χέρι του. Δεν άντεχα άλλο σ’ εκείνο το αποτρόπαιο μέρος. Θεέ μου, πόσο ήθελα να του ξεριζώσω την καρδιά!
― Τώρα Κ., σου ανταπέδωσα τη χάρη. Σε μια ώρα να είσαι έτοιμος, γιατί φεύγουμε για το αεροδρόμιο και την ελευθερία.
Φτάνοντας στο αεροδρόμιο με χτύπησε φιλικά στον ώμο και μου ευχήθηκε καλή τύχη. Μπήκα στην είσοδο που ασφυκτιούσε από κόσμο και όταν τον είδα ν’ απομακρύνεται, έφυγα αμέσως από εκεί. Ήξερα πλέον ότι η ζωή μου άρχισε να μετριέται αντίστροφα. Αυτό δεν είχε καμιά απολύτως σημασία. Ήρθε η ώρα να θέσω σε εφαρμογή το δικό μου σχέδιο. Και το σχέδιό μου δεν θα αποτύγχανε. Δεν είχα την πολυτέλεια να χάνω χρόνο. Πήρα ταξί και κατευθύνθηκα προς την πιο φτωχή περιοχή της πόλης. Εκεί που ήταν χτισμένο το παλιό μηχανοστάσιο των τραίνων.
Επρόκειτο ουσιαστικά για ένα νεκροταφείο παρο₋ πλισμένων ντιζελομηχανών. Δεκάδες σκουριασμένοι σκελετοί κείτονταν αδρανείς. Οι ξεχαρβαλωμένες τους λαμαρίνες χτυπούσαν αναμεταξύ τους με το πιο ανεπαίσθητο σκίρτημα του αέρα, δημιουργώντας ένα αργόσυρτο και πένθιμο μουρμουρητό.
Σε κάποιο ερειπωμένο κτήριο βρήκα το στρατηγείο μου. Σημείο απόμερο, μακριά από αδιάκριτα βλέμματα. Αυτό το μέρος το είχα χρησιμοποιήσει και άλλοτε. Έκρυβε ένα πολύτιμο μυστικό…
Το καταφύγιο ήταν ένα μικρό δωμάτιο. Το παλιό φωτοβολταϊκό σύστημα στην οροφή λειτουργούσε ακόμη, προσφέροντας ενέργεια για το λιγοστό φως που χρειαζόμουν. Τη θέρμανση μου την πρόσφερε μια ξυλόσομπα που συνδεόταν μ’ ένα μπόιλερ που ζέσταινε νερό. Το στρατηγείο των δέκα τετραγωνικών βρισκόταν στο ιδανικό σημείο, σε απόσταση μερικών οικοδομικών τετραγώνων από την ταπεινή γκαρσονιέρα του νεαρού φωτορεπόρτερ. Σε καμιά περίπτωση δεν ήθελα να ενοικιάσω ένα διαμέρισμα σε κάποια από τις εκατοντάδες πολυώροφες πολυκατοικίες της περιοχής. Ξενοδοχεία δεν υπήρχαν πολλά. Κι όσα διάθεταν δωμάτια ήταν πολύ αυστηρά στην ταυτοποίηση των πελατών τους. Εξάλλου ο συνωστισμός πάντοτε μου προκαλούσε ένα αίσθημα πνιγμού. Άσε που ήταν αδύνατον να βρω ένα απόμερο σημείο, σαν αυτό που ήδη υπήρχε διαθέσιμο, για να σκεφτώ τη στρατηγική μου με την ησυχία και την άνεση που χρειαζόμουν.
Στα σαθρά ξύλινα δοκάρια του μικρού οικήματος ακουγόταν ένα επίμονο τρίξιμο. Ήταν τα σαγόνια των τερμιτών. Μυριάδες αδηφάγα στόματα ροκάνιζαν το εσωτερικό του ξύλου φτιάχνοντας περάσματα αόρατα στο ανθρώπινο μάτι. Στοές οξειδωμένες από τις αηδιαστικές τους εκκρίσεις. Έτσι φάνταζε και το δικό μου σώμα. Χιλιάδες ζωύφια κατάτρωγαν τα εντόσθιά του. Κάθε χτύπος της καρδιάς ήταν και μια δαγκωματιά τους…..

[απόσπασμα σελ. 85-86]

`
Υπόθεση:
Ο Κ., ΕΝΑΣ ΠΡΩΗΝ πωλητής όπλων, μετά τον εγκλεισμό του στο ψυχιατρείο, νιώθει διαλυμένος από τις τύψεις του παρελθόντος. Μια σκοτεινή πολιτεία, ένα ονειρικό νησί. Η δίψα για εξουσία που δεν γνωρίζει κανένα ηθικό φραγμό. Η απάθεια της κοινωνίας που γίνεται συνένοχη στον παραλογισμό για να δικαιολογήσει τη δική της ασύνειδη υπόσταση. Τελικά τι εξεγείρεται; Η πραγματικότητα ή η επιθυμία μας για εκδίκηση; Το βιβλίο αυτό είναι η συνέχεια της νουβέλας “Η έρημος και η ζούγκλα”, 2011 (διαβάστε ΕΔΩ)