Πρόκειται για την ιστορία ενός ανθρώπου, δίχως πατρίδα ή ιδεολογία, που χωρίς τίποτα το ηρωικό στη συμπεριφορά του, περιπλανιέται στην “Έρημο και τη Ζούγκλα”, εκπροσωπώντας έναν έμπορο όπλων, ο οποίος στις δημόσιες δραστηριότητές του έχει τη φήμη μεγάλου ευεργέτη. Ο ήρωας επιζητεί μια συνεχή φυγή, όχι από την μάζα των ανθρώπων, που είναι αφόρητα προβλέψιμη και ανιαρή, αλλά από τον ίδιο τον εαυτό του. Προσπαθεί, μέσα στη διαλυτική επίδραση του ήλιου της ερήμου και στη ναρκωτική ηγεμονία της ζούγκλας, να καθυποτάξει κάθε αίσθηση της συνείδησής του. Στο τέλος, όμως, αυτή τον “διαλύει”, οδηγώντας τον στην πλήρη αυτογνωσία και την τρέλα. Οι περιοχές, που διαδραματίζονται τα επεισόδια του βιβλίου, είναι φανταστικές. Οι λαοί, οι άνθρωποι δεν είναι τίποτε άλλο από μια ζωντανή αναπαράσταση των ζωωδών ενστίκτων της ανθρώπινης φύσης, από τη στιγμή που, όπως δηλώνει ο συγγραφέας του, “Τον πρώτο μας φόνο τον κάνουμε όταν δολοφονούμε το παιδί μέσα μας!

*****

ΔΥΟ ΚΕΦΑΛΑΙΑ

 
«Ο σπασμένος καθρέφτης και η ευθανασία των ακριδών»

 

ΕΡΗΜΟΣ, αυτός ο τυραννικός καθρέφτης, με τον ήλιο ζυγιασμένο αδιάλειπτα μέσα του. Μια όψη αδυσώπητη και καθολική γνώριμη ασπλαχνία. Θέρμη που εξαντλεί τις δυνάμεις, διασαλευτής της ευθυκρισίας. Η σκιά πέριξ μου αφυδατωμένη με ακολουθεί, εφιάλτης και δαμαστής.
Η έρημος μια ζωντανή οντότητα ταυτόσημη με τη συνείδηση που δεν καταλαγιάζει ποτέ. Η σκόνη της μπαίνει στα ρουθούνια, στους πνεύμονές σου. Την αναπνέεις βαθιά. Ακόμη και τα σωθικά σου καίγονται από την αρμύρα της ερήμου. Οι βεδουίνοι στις δοξασίες τους τραγουδούσαν για τη θάλασσα που μετά από πολύχρονες τρικυμίες αναπαυόταν κάποτε σ’ αυτά τα μέρη. Γι’ αυτό οι αμμόλοφοι μοιάζουν με κύματα, γι’ αυτό οι όψεις τους αλλάζουν με τις θύελλες. Χίλια πρόσωπα, χίλιες συνειδήσεις, ναυτία, ζάλη και όλεθρος.

ΒΑΘΙΑ, ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΖΗ, υπάρχει η περιοχή που ονομάζεται Νεκροθάλαμος. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα φαράγγι, με μήκος αρκετών δεκάδων χιλιομέτρων, που εκτείνεται στα ριζά μιας θεόρατης οροσειράς με βράχια κατάμαυρα, γυαλισμένα σαν λεπίδες μαυριτανικού μαχαιριού. Στην ατμόσφαιρα επικρατεί νεκρική σιγή αφού κι ο άνεμος καταλαγιάζει μπρος τη θέα του μπλάβου βουνού. Εδώ λοιπόν εδρεύει ο υπαρχηγός του δυτικού τομέα, πρίγκιπας Αμράς της φυλής των λύκων. Ο διαχωρισμός σε φατρίες γίνεται με βάση το φύλακα ζώο που έχει κάθε φυλή για προστάτη. Ενδιαφέρον χαρακτηριστικό είναι ότι όσο μεγαλύτερο χαρέμι έχει ο τοπικός άρχοντας τόσο πιο πολλά παιδιά γεννιούνται, άρα ο στρατός του αποκτάει στρατηγούς , αξιωματικούς και οπλίτες με βασιλική σφραγίδα. Η γονιμότητα έτσι κερδίζει περίτρανες νίκες. Η δίψα τους για κατακτήσεις μοιάζει μ’ αυτήν των ακριδών, αχόρταγη. Είναι όμως κυκλοθυμικοί στις επιτεύξεις των συμμαχιών τους. Οι τράπουλες στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αλλάζουν χέρια με απίστευτη ταχύτητα. Πάρα πολλοί λεγεωνάριοι βρήκαν τραγικό τέλος γιατί έκαναν την εμφάνισή τους πάνω στην ώρα που οι φίλοι γίνονταν εχθροί. Δυστυχώς, σε τούτα τα πρωτόγονα μέρη, ο όρος επαγγελματισμός δεν έχει λήμμα. Και πώς να έχει μ’ αυτήν την ασπρίλα που κυριαρχεί στον ουρανό, όπου τα μάτια τυφλώνονται από το φέγγος του ήλιου κι από την άλλη το πένθιμο των βράχων που σε κάνει να υποτιμάς ότι ζωντανό κινείται γύρω σου… Κανείς άνθρωπος δεν μπορεί ν’ αντικρίσει το απόλυτο φως, το απόλυτο έρεβος και να μην τρελαθεί. Τρελοί είναι όλοι αυτοί που σφάζονται αιώνες τώρα- γιατί λέτε- για μερικά εκτάρια σκοτωμένης γης, για κάποιες ψωριασμένες καμήλες που το κρώξιμό τους αντηχεί τόσο φρικιαστικά μες στη μέγγενη της νύχτας, όπου φαντάζεσαι πως οι μαινάδες του Διονύσου ξόκειλαν ξαφνικά στα μέρη αυτά. Τρελαμένες , μεθυσμένες από το αίμα και τα ποικιλόμορφα όργια.
Οι σκορπιοί εδώ, όταν κυκλωθούν απ’ τη φωτιά αυτοκτονούν με το ίδιο τους το κεντρί. Αλλά προτού τερματίσουν, μες στην προθανάτια παραζάλη τους, δηλητηριάζουν τους ζωντανούς με παράφορη λαγνεία αντεκδίκησης. Κι αυτό το φαρμάκι δεν έχει αντίδοτο, μετατρέπει όσους το δοκιμάσουν σε σκορπιούς. Βασιλιάδες στους γύπες και τις οχιές που επιβεβαιώνουν τον αντρισμό τους πάνω από συντρίμμια και πτώματα. Το τέλος τους, η πιο ανίερη ευθανασία, αφού εξαϋλώνονται μες στα θερινά ηλιοστάσια. Κι αυτό το καμίνι δεν έχει τέλος, όσες ψυχές κι αν χωνεύει δεν χορταίνει. Επιζητεί κι άλλο από το ίδιο πρόστυχο υλικό που ανασυνθέτεται συνεχώς στον αέναο και φαύλο κύκλο της ερήμου. Πώς να μη σε τρελάνει η συνείδηση της αυτή. Η κουφόβραση πραγματικά σου τσιγαρίζει τον εγκέφαλο, αφυδατώνει τα φαιά σου κύτταρα. Να γιατί οι άνθρωποι εδώ κάτω δεν παίρνουν παραισθησιογόνος ουσίες, δεν τις χρειάζονται. Λίγες στιγμές έκθεσης σε τούτο το λιοπύρι και κάηκες στα σίγουρα.

 

 

 

 

***************

«Ο επίλογος ενός τρελού»

 

 

ΠΟΙΟΣ ΑΔΕΚΑΣΤΟΣ ΚΡΙΤΗΣ θα μας προσφέρει το φως και το σκοτάδι που μας αρμόζει… Εγώ το φως μου το ξόδεψα επιζητώντας τον αφανισμό μου. Τώρα βυθίζομαι στο έρεβος… Ο ουρανός γίνεται ολοένα και πιο μπλάβος. Μυρίζει νέφτι και θειάφι. Τα πουλιά μεταμορφώνονται σε γύπες, στριγκλίζουν φρικιαστικά, τρομάζοντας τη σελήνη, κρατώντας στα γαμψά τους νύχια σφαγμένα μωρά… Όλοι γερνούν, κανείς δεν γεννιέται, λες και η γη στέρφα ξερνάει το σπέρμα μας. Τα βουνά φέρουν την υπογραφή του θανάτου.
Το χρονικό του παραλογισμού χαραγμένο ανεξίτηλα στις ψυχές. Είναι μια ακατανόητη γραφή. Κανείς δεν μπορεί να τη μεταφράσει ή να την εξηγήσει…Η εικόνα του κακού σμιλεύεται μέσα μου και με καθοδηγεί. Ζυγιασμένος στην τεφρή γη περιπλανήθηκα με τις χούφτες γεμάτες καρφιά. Απέστρεψα το βλέμμα από το φως. Τα μάτια μου θαμπά, το μυαλό μου νεκρό και ο θάνατος χαράσσει ολοένα την όψη των βουνών.
Στους λόφους με τις γκριζωπές επωμίδες στέκουν, σταυρωμένοι, οι άγιοι που νικήθηκαν… Οι άνεμοι δεν ταξιδεύουν πλοία αλλά τροχίζουν σπαθιά. Στις μητροπόλεις δημοσιεύονται τα μανιφέστα του ψεύδους…Οι μέρες ξερνούν μέρες γεμίζοντας το χρόνο ασυνέχειες. Φαλλοκρατούσες αυλητρίδες διασαλεύουν τη φυσική αρμονία. Λυσσασμένα σκυλιά ελλοχεύουν στα μάτια τους…Στο ύψος των περιστάσεων όλες οι συνουσίες.
Φυτεύτηκαν νάρκες στους κήπους με τους ροδώνες. Πυροβολεία επανδρώθηκαν στις ακρογιαλιές που άνθιζαν κάποτε γαλάζιοι ασφόδελοι. Ξηλώθηκαν οι γαλαξίες από το στερέωμα, θρυμματίστηκαν σαν φρύγανα. Η τέφρα τους φράζει τα πνευμόνια της θάλασσας.
Κατακτήσεις στερεωμένες σε σαθρό υπόβαθρο, βαπτισμένες στη λάσπη. Οι ψυχές βρωμίζονται ακόμη περισσότερο. Οι ωκεανοί έγιναν οι οχετοί μας… Ο ήλιος μοιάζει με τεράστιο αχινό, στέκει αγκαθωτό στεφάνι μέσα μου.
Ο κόσμος βυθίζεται σε μεγάλο στροβιλισμό… Δεν βλέπουμε πια τα σφάλματα στις αδέξιες πόλεις που χτίσαμε, στα φράγματα που ημέρεψαν την έμπνευση των ποταμών. Αναδεύουμε τις λάσπες, λερώνοντας τα σέπαλα των χρυσανθέμων. Με καμτσικιές διαγράφονται οι ρότες μας. Αποκαθηλώσαμε τον ήλιο για να γίνουμε αρεστοί.. ψάχνοντας στα σκουπίδια. Όλο και κάτι θα βρεθεί για να μας λερώσει βαθύτερα… Στη γη απλώνεται μια τεράστια μαύρη σημαία.
Τόσα χρόνια χαρτογραφούσα βάλτους… Χαρτιά σορός οι αναμνήσεις βρομοκοπούν σαν πολυκαιρισμένα φύκια… Ανήλιαγα οράματα στοιχειώνουν τις ώρες που βρυχάται η παλίρροια στα άχρονα λιμάνια. Τις ώρες που λιγοστεύει η ζωή στα φτερά των πουλιών… Πια δεν κοιμάμαι, δεν έχω ανάγκη τον ύπνο. Έτσι δεν νοιώθω ευάλωτος αφού οι εφιάλτες δεν παραμονεύουν στο πέπλο της νύχτας για να με κεντρίσουν ύπουλα. Τους αντιμετωπίζω άγρυπνος… Ας μην ξυπνήσει ποτέ ο Αρχάγγελος του θανάτου. Η ζωή μου είναι πια τα σύντομα διαστήματα του ύπνου του. Τα φαντάσματα στοιχειώνουν τα πράγματα γύρω μου. Δεν μπορώ ν’ αφαιρέσω τις ψυχές τους. Μα τα πράγματα δεν μεταβάλλονται, οι ψυχές δεν αλλάζουν. Παραμένουν σκελεθρωμένες και άτεγκτες με τη σκιά του φθόνου να δροσίζει τις άβολες τους ρίζες.
Όλα τα χρόνια στάθηκα ακόλουθος στη λιποταξία της δικής μου ζωής. Πιστός στο οικείο μου καθήκον. Ερμητικά κλειστή η ζωή στη συνείδηση… Βλέπω τώρα άστρα να καρφιτσώνονται στα πέτα των ανέμων. Μ’ εγκλωβίζουν στη δίνη τους. Ορίζουν τις ώρες , τις μέρες, τους μήνες. Κλέβουν τις εποχές και τα χρόνια. Φιμώνουν την μνήμη με αστρικές οφθαλμαπάτες, ζυμωμένες με αίμα. Τόσο μίσος για ένα ξεροκόμματο αποικίας. Πόσο χρειάζεται αλήθεια για να ζυμωθεί το σύμπαν;

Η ΚΟΙΜΙΣΜΕΝΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ξύπνησε με όλες τις αισθήσεις της και μου τρυπά σαν μαχαίρι τα μάτια, το μυαλό και την καρδιά… Ήρθε η ώρα του τέλους… Αυτό που η μοίρα μού είχε προστάξει στους εφιάλτες. Τώρα χιλιάδες στόματα με καλούν με ακατάληπτες λαλιές, με γλώσσες πρωτάκουστες. Με σφραγίζουν με φιλιά αφήνοντας πύρινα αποτυπώματα στα μάγουλα και στα χείλη μου. Φιλιά που με δένουν με το θάνατο, που αναρροφούν τη ζωή μου…

ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΙΑ ΤΙ ΕΙΝΑΙ αληθινό και τι όραμα… Δεν ξέρω αν αυτά έχουν όντως συμβεί ή είναι παιχνίδια του μυαλού. Ας με απελευθερώσει κάποιος από το μαρτύριο… από τούτα τα μάτια που αναμοχλεύουν το σκοτάδι μου….

Και να με εδώ μόνος και άρρωστος…
Μόνος και τρελός…

 

 

 

 

************************************

 

Ο Παναγιώτης Ράμμης γεννήθηκε το 1975 στην Αθήνα. Είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού “Κουκούτσι”.

ΕΡΓΑ

(2011) Η έρημος και η ζούγκλα, ΑΩ Εκδόσεις
(2007) Βραδινή πορεία, Πλανόδιον
(2005) Το σχήμα του μεταξιού, Δωδώνη
(2004) Κεράμια, Δωδώνη