`

Άστρο σκοτεινό

(Χριστούγεννα 2015)

Οι άγγελοι του σπιτιού σκιές, πίσω απ’ την κουρτίνα κρύβονται,
αυτοκόλλητα διάφανα στο τζάμι από χριστούγεννα παιδικά
σαράντα χρόνια λησμονημένα• γυμνά και τα δέντρα απ’ έξω τα κλαδιά τους μάταια υψωμένα, χέρια δίχως παλάμες
και βραδιάζει
ενώ σύννεφα γκρίζα κρύβουν τη σελήνη και τ’ άστρα
όλα σε μυστήριο κάποιας βαθιάς αναμονής• κι εκεί μια χορωδία
σα να πάλλεται απόκοσμα μες στο κτίριο του επαρχιακού σχολείου
χρυσοκόκκινη πίσω απ’ το τζάμι, αχνίζει σε τούφες έξω στο σούρουπο:
αν κανείς ήθελε ν’ αγγίξει, θα πρέπει να ‘χει παλάμη μικρή, απαλή•
μα τώρα νύχτωσε κιόλας
και μόνο ένα κουδούνισμα αχνό
απ’ τα μπαλκόνια, πολύχρωμα φώτα, τροχιά χαμένη σε κάθε βήμα:
αν ένας πίσω κοιτάξει –χριστούγεννα παιδικά- βαθιά θα πέσει• πάγος
πάνω απ’ το κεφάλι, όμως ξαφνικά τα σύννεφα διαλύονται: μεσάνυχτα
ο ουρανός ανοίγει, αυλαία, κι άστρο κανένα δε φάνηκε ούτε φεγγάρι,
γιατί με το βλέμμα στη γη πάει ένας μόνος, ξένος –λυτρωμένος.

Δεκέμβρης 2015

`
*

Νυχτερινό όραμα

(Χριστούγεννα 2014)

Κάπως έτσι θα ‘τανε:

Ο άνεμος της ερήμου έδερνε τους κουκουλωμένους περιπατητές•
είχαν κι οι δυο κουραστεί: μπορούσες στ’ αλήθεια τότε να δεις
μες στο αχνό φως του σούρουπου, μια σκιά ψηλή, ένα χέρι
γύρω απ’ τους ώμους της πιο λιανής, κουκουλωμένης μορφής
που φαινόταν, διπλωμένη, να πονά• και πηγαίναν πιο γρήγορα τώρα

μπορούσες φωνές ν’ ακούσεις στην είσοδο του πανδοχείου-
αν πήγαινες λίγο πιο κοντά στο φως των λυχναριών
θα ‘βλεπες τον άντρα, όπως ήτανε σωστό, να χτυπά τον πάγκο
ν’ ανεβάζει λίγο τη φωνή, τόσο που οι μεθυσμένοι πελάτες
διόλου δεν παίρναν χαμπάρι• μα κάποιος έδειξε πέρα:
«στην πλαγιά, στην είσοδο της σπηλιάς, ειν’ εκεί ένα παχνί• τραβάτε»

«μυστήρια πράγματα», -γιατί ήταν πια όλα μπερδεμένα, στην ομίχλη
την παραμυθένια, για το πρακτικό του μυαλό- έτσι λοιπόν θ’ άκουγες
να γκρινιάζει, τραβώντας σχεδόν τη νεαρή κοπέλα, αμήχανα κάπως
μην την πονέσει, μη χαθεί τ’ αγέννητο –κι ας μην ήταν δικό του,
«τι ιστορία και τούτη», «-άντε, να τα βγάλω έξω τα ζώα»,
«μη, στάσου, να το ζεστάνουν κιόλας όταν-», κι ήταν κιόλας η ώρα

ο άνεμος σα να ‘χε κοπάσει, και δυο νυσταγμένοι βοσκοί-
σαν κάτι να γινότανε κει πέρα, ένα φως ένιωθαν ζεστό:
από μέσα, αμυδρό, τους τραβούσε – και τους άλλους ξυπνήσαν,
κείνοι γκρίνιαξαν λίγο, μα ξεκίνησαν μαζί: ήταν αυτά
πράγματα πρωτάκουστα – τίποτα στη φτωχική ζωή τους
δεν προμηνούσε κάτι σαν τούτη τη σκηνή που τώρα ξετυλιγόταν:

κι είχαν ήδη κολλήσει τα πρόσωπα στης σπηλιάς την είσοδο•
το κορίτσι με το φωτεινό πρόσωπο σα να σκιάχτηκε λίγο
μ’ αυτές τις μούρες, καλυμμένες με γένια πυκνά – για μια στιγμή
έσφιξε πάνω της το μωρό, μα είδε τα μάτια καλοκάγαθα τώρα:
μήπως ζούσαν, όλοι μαζί, μες στο ίδιο όνειρο;

και τώρα δεν ακουγόταν πια τίποτα –σιωπηλή μουσική: νύχτα, έρημος κι οι άξεστοι άνθρωποι, ακροπατούσαν, φεύγαν σαν αλλαγμένοι-
κανείς άλλος δεν ήρθε κοντά κείνη τη νύχτα• το ξημέρωμα όμως
αβέβαιο ακόμα, αν κάποιος σιωπηλά πλησίαζε ίσως να ‘βλεπε
μια σκιά, κουλουριασμένη σα φεγγάρι, δυο καρδιές• ανθρώπινο τόσο
ακόμα – από κει ξεδιπλώνεται ο γεννημένος, και τώρα και πάντα.

25.12.2014
`
***********************************************************
`
O Θεοδόσης Κοντάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968, με καταγωγή από την Ιεράπετρα Κρήτης. Έχει ζήσει και εργαστεί ως εκπαιδευτικός σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Αναγνώριση εδάφους και άλλα ποιήματα στις εκδόσεις Πλανόδιον το 2009. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Πόρφυρας, Πλανόδιον, Κουκούτσι, Θράκα κ.ά. Επίσης, ασχολείται με τη μετάφραση βιβλίων.