`
ΝΥΧΤΟΛΟΓΙΟ

Συνε­παρ­μέ­νος
απ’ την ωραιό­τητα της ψυχής σου
και τη γλυ­κύ­τητα της νύχτας,
απο­τόλ­μησα να σε απο­θα­να­τίσω
με την τέχνη της ποί­η­σης.
Ξενύ­χτησα σε πολλά συμπό­σια
λέξεων και εικό­νων.
Εμπνεύ­σθηκα και εκστα­σιά­στηκα.
Δεν το κατά­φερα
και γλι­τώ­σαμε κι οι δυο τη συμ­φορά.
Εσύ επειδή είσαι η ίδια το ποί­ημα,
ύμνος και μελω­δία,
κι εγώ που ανα­κά­λυψα στο νυχτο­λό­γιό μου
πως είναι πιο τολ­μηρό,
να σε δια­βάζω σε στί­χους
και να σ’ ακούω μουσική.
`
*
ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ

Η μάνα μου,-καλή της ώρα-,
αφρόντιστο αγιόκλημα στην αυλή
και άγνεστη ανατολή στο παραθύρι,
από τότε που κρατούσε τις μέρες στην ποδιά της
και μοίραζε πρωινά κι απόβραδα στη γειτονιά,
δεν ήξερε από προσχήματα και παινέματα.

Έσκυβε πάνω από τους καιρούς
με σκέψη δίστομη και λόγο ακονισμένο,
ώριμη ανάγκη αχάλκευτης εποχής
κι ανέσυρε μέσα από ερείπια και σιωπές
την ερημιά και τα κενά του κόσμου
χωρίς να φοβάται από γραφές και μνήμες.

Και στο κατόπι της οι άγουρες περπατησιές,
όρκοι ψυχής, ηρωισμοί κι αστέγαστες θυσίες
στο επόμενο ξημέρωμα να ’χει ο ήλιος χρώμα
από την ομορφιά και τη βία του αυθόρμητου
απ’ τη σοφία του θυμού ,το πείσμα της ουτοπίας,
γιατί δεν ήξερα της εποχής τους μονολόγους.

Και σημάδευα πιο κει ορόσημα κι αλήθειες,
ταπεινές συμφωνίες ήθους και σεβασμού,
με αμφισβητήσεις, ανατροπές και ρήξεις
τις αναδρομές στην απόδραση να αρνηθώ,
αλλά φοβήθηκα γιατί ο κόσμος μάθαινε
από τον ίσκιο του να μετρά τα όριά του.

`
*
ΕΝ ΕΠΙΓΝΩΣΕΙ

Στις απρό­σω­πες και χει­ρα­γω­γη­μέ­νες κοι­νω­νίες,
συντε­ταγ­μέ­νες στην αυτα­πάτη και τον εφη­συ­χα­σμό,
όταν η αθω­ό­τητά τους γίνε­ται πανι­κός
και η προ­νοη­τι­κό­τητα δοξα­σία και ευχή,
περισ­σεύει η αλα­ζο­νεία της ειδη­μο­σύ­νης
και η υπο­κρι­σία του αλτρουι­σμού της ευθύνης.

Στα χαλ­κεία τους, μέντο­ρες και ταγοί,
σφυ­ρη­λα­τούν με τέχνη και πειθώ
την ιστο­ρία ως νοσταλ­γική πρό­νοια και διδαχή
και σε διά­σταση εσχα­το­λο­γι­κής προ­φη­τείας,
αυθε­ντικά δικά­ζουν και σωτή­ρια υπο­δει­κνύ­ουν
την αυτο­κρι­τική, για το θέσπι­σμα της επο­χής
όπου η συναυ­τουρ­γία και η συνε­νοχή
είναι δικαί­ωμα, πρα­κτική, ήθος και αξία.

Όμως, ο ιστός των εσπέ­ριων και­ρών έχει διαρ­ρα­γεί,
η αγύρ­τισσα καθη­με­ρι­νό­τητα, χωρίς πνεύμα και ψυχή,
απο­κα­θη­λώ­νε­ται απ’ το ναρ­κισ­σι­σμό της
και παρα­δί­δε­ται ασυ­νάρ­τητη κι ανυ­πε­ρά­σπι­στη
στην άβυσσο μιας ανυ­πό­φο­ρης αλή­θειας,
ευτύ­χημα της απει­λής και φόβος της προσδοκίας.

Μου­σεια­κοί κι αλλό­τριοι, πολί­τες σε ομη­ρία,
που ύψω­ναν ανά­στημα μέχρι τις επι­κλή­σεις,
για ν’ αριθ­μούν τις μέρες τους διά­δο­χες και ίδιες
χωρίς τη βάσανο του νου, της χίμαι­ρας το άλγος,
εχέ­φρο­νες τώρα στο­χα­στές, τελούν εν επι­γνώ­σει
πως η ζωή δεν είναι συμ­βι­βα­σμός κι ευπεί­θεια,
παρά ομό­θυμη ανα­τροπή ως και την ουτο­πία,
πολι­τι­σμού συνεί­δηση προ­ο­πτική και δημιουργία
`
*

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Όλα γύρω μου,
σε μια πει­θαρ­χη­μένη σιωπή
και ασά­λευτη τάξη.
Από το άδηλο βλέμμα
ως την άχρωμη φωνή.
Απο­πνέ­ουν την απου­σία σου
και τη βεβαιό­τητα του μη ερχο­μού σου.
Αν και η απεί­θεια του νου
κατα­φεύ­γει στις αρνή­σεις
και κυλάει στις ψευ­δαι­σθή­σεις,
το μάταιο της προσ­δο­κίας
δια­φαί­νε­ται ως ρωγμή
στις κατά συν­θήκη επι­θυ­μίες.
Είμαι μόνος μου,
εκτε­θει­μέ­νος και ανυ­πε­ρά­σπι­στος
στη μονα­ξιά της ελευ­θε­ρίας
και στης ψυχής τ’ αδιέ­ξοδα.
Ανί­σχυρη η κυριαρ­χία μου
στους ενδοια­σμούς και τις φοβίες
ανώ­φελα δια­κρι­τική και επώ­δυνη
στη δίνη της αλή­θειας.
Και νιώθω ενοχή
για τούτη την πρό­κληση της μονα­ξιάς
όχι γιατί η απου­σία σου είναι παρα­δοχή
αλλά που με γεμί­ζει με τρόμο
η αξό­δευτη προ­σμονή,
ως ελεύ­θερη επιλογή.