`

Στον Νίκο Μανδιλαρά
Φλώριδα 5 /2 / 01

Δεκαεπτά Νοέμβρη ήτανε
που στο ‘να χέρι κράταγες
αυτό που μ’ αίμα πότισαν πρόγονοι σου
και τ’ άλλο επάνω σήκωνε
ενός λαού τις προσμονές
και την αντίδραση στους σκύλους , τη δική σου .

Δεκαεπτά Νοέμβρη έσβηνες
όταν το άρμα , σου θρυμμάτιζε την παιδική και άγουρη
τη ραχοκοκαλιά σου .
Κατάρας και επτά τα χρόνια που ‘διωχνες
όταν κατάθετες για μας τους κίβδηλους
τη νιότη σου και την στιλβή παλληκαριά σου .

Δεκαεπτά Νοέμβρη τώρα πια
όταν στην κάρα δίπλα ακουμπώ
κάποια γαρύφαλλα στη μνήμη τη γλυκιά σου
απλά και μόνο αναλογίζομαι
αν πράγματι τόσο μας άξιζε
κι απλό-χειρα θυσίασες την κορμο-λαλιά σου

Δεκαεπτά Νοέμβρη βάφτισαν
ιδεολόγοι ύποπτοι
μια γιάφκα , που σπιλώνει τ’ άγιασμα σου
όμως εμάς δε μας τρομάξανε
κι αν κάποτε πληρώσουμε ένα τίμημα
χαλάλι για τ’ αστέρι σου και για την αρχοντιά σου .

`

*

Μέρα Νοέμβρη
Στον Δημήτρη Παπαχρήστου

Μιά μέρα Νοέμβρη χαράκωνες
με το πνεύμα σου λόγχη τους άφρονες
και ξεσκέπαζες πάλι, για μι’ ακόμα φορά
των ραγιάδων την σκέψη, των αστών την φθορά.

Ήταν τότε ακριβέ μου, που ελυτρωνες
την τιμή πού ‘χαν σκλάβα αμνήμωνες
και σημαίες λευκές, μπαϊράκια χλωμά
με το αίμα σου βρύση, ευλογούσες ξανά.

Και θυμάμαι καλά τι ξεφώνιζες.
Πως οι μάνες της γης, είναι φόνισσες
αφού σπέρνουν παιδιά, που σκοτώνουν ωμά
τα δικά τους αδέλφια, τα δικά τους κορμιά.

Δεν ξεχνώ, δυνατά πως τραγούδαγες
ακριβά τη ζωή σου, σαν πούλαγες
πως γνωρίζεις την κόψη, του σπαθιού που μετρά
μα λησμόνησες κάτι, μιά ραστώνη Ρωμιά.

Μιά μέρα Νοέμβρη σε σκέπτομαι
και πως είμαι ένας Έλληνας ντρέπομαι.
Όταν θα ‘ρθω να σ’ εύρω, στης τιμής τα στενά
μιά συγχώρεση δωσμου, δεν αντέχω δεινά.

`

*

Μίλα μου δείξε μου
Φλώριδα 17 / 6 / 01

Μίλα μου δείξε μου
εφιάλτη πως να διώξω που πονά .
Ένα στίγμα που ‘χει μείνει
του δειλού που σε κοιτά
να σε σφάζουν , για τα κάποια ιδανικά .

Μίλα μου
τα ονείρατα να σβήσω τα κακά .
Ότι αρνήθηκα σε ‘σένα
δωσ’ μου το μ’ απλοχεριά
μήπως πλύνω την ντροπή απ’ την καρδιά

Δείξε μου
σαν τη νιότη σου ρισκάριζες γι αυτή
που ο Γραικός μ’ αίμα πληρώνει
πως σε έβλεπα πιο ‘κει ?
λουφαγμένος σε μια κρύπτη σκοτεινή .

Μίλα μου
πως μπορείς και δεν φοβάσαι τα σκυλιά ;
και τα στήθια σου προτείνεις
μια ατέλειωτη βορά !
στου φασίστα την ανία , γιατρειά !

`

*

Έλα

Έλα να μου διώξεις, τις ατέλειωτες μου τύψεις.
Έλα να μου δώσεις λίγη πάλι σιγουριά
Γύρνα να μου πεις, πως όταν κάνω κάποια λάθη
πάντα πρώτος συ θα τρέχεις, να πληρώσεις ακριβά.

Έλα να μου βγάλεις, δυό γραμμάρια ελπίδα
μέσα απ’το χημείο, πού ‘χες πάντα ανοικτά
και όταν κάποιου τανκ, η κάνη θα σε σημαδέψει
θ’ αντιδράσεις τραγουδώντας, χαίρε ω χαίρε λευτεριά.

Έλα να μου δείξεις, του αγώνα μετερίζια.
Έλα να μου πάρεις, του κιοτή τον ψυχισμό.
Γύρνα να εισπράξεις, των μανάδων πού ‘χαν τύχη
δυό χαμόγελα αγάπης, του δειλού το ευχαριστώ.

Έλα να σου φτιάξω, απ’ αλάβαστρο μνημείο
να σε προσκυνάνε, εφιάλτες με θεό
και όταν θα ρωτάνε, τι συνέβη ενώ διάβαζαν
δίχως δάκρυ θα τους λέω, κόρη μιά πενθώ και ‘γώ.

Έλα να σου στήσω, από μάρμαρο ανδριάντα
να σε καμαρώνουν, πρυτανείες που μισώ
και όταν θα πεθάνεις, γύρω στα εικοσιδύο
με καμάρι θα φωνάζω, έχασα και ‘γώ ‘να γυιό.

Όταν θα ‘ρθείς, πες μου τα όμορφα μαντάτα!!
Το μακρονήσι , είναι και πάλι αδειανό;
Kάποιες ιδέες σου, τις λες ορθά, σταράτα;
–Ναι τον νικήσαμε, τον μαύρο φασισμό !

`

*

Πληγή

Στον καθηγητή μου Γεώργιο Βαλέτα
Φλώριδα 17/4/01

Πληγή της νιότης
που νέους στέλνεις στην ειρκτή
χωρίς ποινή.
Δώσε σε μας
το αντίτιμο της συμφοράς
γιά το κρίμα το νόθο
τον αγιάτρευτο πόθο
της λεύτερης σκέψης.

Πληγή της σκέψης
που όταν πεθαίνεις τραγουδάς
ηδονικά.
Λύσε γιά μας
Προμηθέα δεσμά και φωτιά
στο μυαλό μας γιά δώσε
τις αξίες γιά σώσε
με τ’ αστέρι της γνώσης.

Πληγή της γνώσης
που μέσα σ’ άστατους καιρούς
χαμογελάς.
Δείξε σε μας
πως μπορείς και στα χέρια κρατάς
του ολέθρου το νόμο
του εντίμου τον πόνο
δίχως διόλου να τρέμεις.

Πληγή, πληγή της νιότης
πληγή της σκέψης μου καυτή
γνώσης πληγή.
Δεν κλείνεις και
λίγο λίγο αιμορραγείς
ψυχή δέσμια κρατάς
λάθη να βιώσεις προτιμάς
παρά άλγη να διώξεις.

`

*

Με λένε Λευτεριά

Φλώριδα 28 / 8 / 03

Που πηγαίνεις μόνη Λευτεριά σκυμμένη;
Ποιοι σε χαροντήσαν; — Γόνοι μιας οχιάς
σαν πυροβολήσαν και μου εκτελέσαν
δυό γαμπρούς λεβέντες , κόρες παντρειάς .

Ποιοι τις πόρτες ‘ρήξαν , κάτω του σπιτιού σου
και την γνώση ‘δείραν , ετσιθελικά
μέχρι να λυγίσει; — Τσούρμο ‘να τραμπούκοι
της σκλαβιάς μπαστάρδοι , ξένων δουλικά .

Κι αν βαδίζω μόνη κι αν τραβώ γερμένη
Λευτεριά με λένε , που δεν ξαποστά !!
Κι αν δυό γιους μου πήραν , κόρες μου παρθένες
πίσω μου και ‘μπρος μου έχω μια γενιά !!

Κ’ είμ’ αυτή που τείνει , στήθια ματωμένα
‘μπρος στα τανκς των λύκων και χαμογελά .
Είμ’ αυτή που δίνει , χρόνια τώρα χίλια
το αίμα της τροφή σας και σας χαιρετά !!

Είμ’ αυτή που γράφει , πως σας προτιμάει
νύκτα απά στους τοίχους , σε στιγμές σκλαβιάς
και σας ανταλλάσει , με δυό μέτρα χώμα !!
—Ποιος να μη ζηλέψει; μήτρα λεβεντιάς !!!