Το Κορίτσι του Λεωφορείου

Μια νύχτα χειμωνιάτικη και βροχερή και κρύα
Με το αστικό πηγαίνοντας στο σπίτι μου γραμμή
Σε είδα που κοιμόσουνα πίσω στην γαλαρία
Κοιμόσουνα και έβηχες σʼ όλη τη διαδρομή

Τα δάκτυλά σου τα λεπτά, κατάλευκα σαν χιόνι
Με το μαλλί ατημέλητο κι ανταύγεια καστανή
Τρέμεις λες και ολόκληρο το σώμα σου παγώνει
Κουρνιάζεις και ζεσταίνεσαι από τη μηχανή

Καθόμουνα και κοίταζα το εύθραυστο κορμί σου
Που έμοιαζε με ζωγραφιά επάνω σε γυαλί
Και μόνος μου ψιθύριζα: «Μες στην γωνιά κοιμήσου
Κοιμήσου και να ονειρευτείς τι θέλεις πιο πολύ»

Ξύπνησες και με κοίταξες βουβά κι απορρημένα
Σαν να ʽμοιαζε το βλέμμα σου να χάνεται αλλού
Πόσα ζαφείρια βρίσκονται στα μάτια σου κρυμμένα
Και λάμπουν σαν χρυσόσκονη στο κύμα του γιαλού;

Ώρα πολλή σε κοίταζα και έχασα την στάση
Κατέβηκα τρεκλίζοντας τρεις στάσεις παρακεί
Μούσκεμα ως το κόκκαλο στο σπίτι είχα φτάσει
Ήταν μια νύχτα βροχερή, κρύα κι ιδανική

Δεύτερος Ακταίων

Ανέτειλε η Πανσέληνος και ξύπνησε ο Μύθος
Εικόνες από μια παλιά κι αθώα εποχή
Σαν βέλη οι ακτίδες της σου μάτωσαν το στήθος
Το αίμα στάζει πάνω σου και πέφτει σαν βροχή

Πόθησες να βγεις ξανά στο δάσος για κυνήγι
Να γίνεις – έστω μια βραδιά – πάλι ένα με τη γη
Σου έγινε η ζωή θηλιά – σε σφίγγει και σε πνίγει
Και γίνεται αγιάτρευτη πληγή που αιμορραγεί

Τρέχεις τρελός κι ελεύθερος μέσα απʼ τα λαγκάδια
Κάτι περίεργο σε κινεί, μια άγνωστη ορμή
Πηδάς μια δω και μια εκεί μαζί με τα ζαρκάδια
Και μοιάζουν πως χορεύουνε τριγύρω σου οι κορμοί

Το κυνηγάς αδιάκοπα, και με βροχή, με χιόνι
Ψάχνεις να βρεις εδώ κι εκεί κάποιες πατημασιές
Κι όσο το κυνηγάς αυτό γυρνά και σε στοιχειώνει
Ξέρεις, σε παρακολουθεί πίσω απʼ τις φυλλωσιές

Το χάνεις απʼ τα μάτια σου μέσα στην καταιγίδα
Η τύχη σε εγκατέλειψε, τʼ Όνειρο σε μισεί
Ο κυνηγός την πάτησε κι έπεσε σε παγίδα
Ήσουνα το θήραμα απʼ την αρχή εσύ

Και πάλι η Πανσέληνος φωτίζει κι ανατέλλει
Ματώνεις στις ακτίδες της, αλλά και πού να πας;
Σαν δεύτερος Ακταίωνας κατάλαβες εντέλει
Πως σε σκοτώνει πάντοτε εκείνο που αγαπάς

Νύφη από Πορσελάνη

Θυμάμαι πως στον γάμο σου είχες φορέσει κρίνα
Και δύο τριαντάφυλλα σου στόλιζαν τις μπούκλες
Σαν στολισμένη έμοιαζες και γιορτινή βιτρίνα
Σαν κάτι πορσελάνινες, του Armand Marseille κούκλες

Το νυφικό σου που ʽτανε το πιο απαλό μετάξι
Και που για σένα ειδικά το είχανε υφάνει
Σαν πεταλούδα έμοιαζες, έτοιμη να πετάξει
Που χρόνια πια την καρτερώ κι ακόμη δεν εφάνη

Πόσο μου γέλαγες γλυκά επάνω στο περβάζι
Καθώς κρυβόσουνα δειλά πίσω από την κουρτίνα
Τις θάλασσες στα μάτια σου, τώρα ποιος τις διαβάζει;
Και ποια λευκή στο δέρμα σου κοιμάται ηλιακτίνα;

Μαζί με τους υπόλοιπους σου ʽχα πετάξει ρύζι
Μετά «Βίον Ανθόσπαρτον» σου ευχήθηκα θλιμμένα
Χωρίς εσένα σταματά ο κόσμος να γυρίζει
Χωρίς εσένα μοιάζουνε τα πάντα διαλυμένα

Κι ό,τι σου έγραψα ήτανε μʼαίμα και με μελάνι
Και δεν το σβήνει ο καιρός, η λήθη, το σφουγγάρι
Νύφη γλυκιά κι απόμακρη, σαν από πορσελάνη
Πανέμορφη κι απόκοσμη, σχεδόν σαν το Φεγγάρι

Βιογραφικό:

Ο Ανδρέας Αντωνίου γεννήθηκε στις 12/01/1988 στη Θεσσαλονίκη και μένει μόνιμα στη Λευκωσία. Είναι υποψήφιος διδάκτωρ στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα είναι η Μεταφυσική, η Αισθητική και η Φιλοσοφία της Τέχνης. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: «Το Φως και το Σκοτάδι» (Nova-Atlantis, 2010) και «Ο Ποιητής και το Φεγγάρι» (I-Write, 2012). Έχει βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς κι έχει δημοσιεύσει ποιήματά του σε έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά.