`

Αποκλεισμένα ρινίσματα μετάλλων

τʼ άστρα, στην επιφάνεια του νερού.

Ρημάζει η γραφή

κάπου ανοιχτά

από το σκοτεινό ακρωτήρι •

σʼ ερημονήσια βυθισμένα

γεμάτα ερυθρόμορφους ρυθμούς – φτιαγμένοι

από τεχνίτες μʼ ανατολίζουσες ψυχές

που αν πρώτα λιώσανε τον καθαρό πηλό

ήταν για να ιριδίζει τη συνείδησή τους

κάτω απʼ την επιφάνεια της ύλης.

Ρημάζει

ανάμεσα σε ήχους σμυριδόχαρτου

λειαίνοντας το ξύλινο πινάκιο

άδειο για να δοθεί στα χέρια των εμπόρων

καθώς αυτοί στέκονταν σε διάταξη

απέναντι σε ιδιοπροσωπίες

– οι αργυροαμοιβοί

και οι λάτρεις της ανάδυσης του αγνωστικισμού

για την ελευθερία των ανθρώπων.

Σε κόσμους κεκλεισμένους ταξιδεύουμε

φτιαγμένοι από την ύλη σαρκοφάγου

σε διαδρόμους κιβωτού ανερμήνευτης

με τόσες έγκλειστες ψυχές

να τρέφονται την αποσύνθεση πτωμάτων

να ψιθυρίζουν ξεχασμένες ρίμες στο σκοτάδι

μες στην ωμότητα ήχων στοιβαγμένων

αντίλαλοι – βηματισμών χαμένων –

πορείας σʼ έναν νέο χάρτη.

Στην μπλε ακτή

λιγόστεψε το οξυγόνο

συντρίβοντας την παγωμένη ανάσα του ελαφιού

παρέλυε η αρμονία της κίνησης, το ρίγος, η αγωνία•

απόσταγμα αναφοράς στον θάνατο

μιας γης πολυταξιδεμένης.

Και στον συλλογισμό η ματαιότητα

οι λέξεις άοκνη οκτάβα

νʼ αναζητούνε τη χαμένη ελευθερία σκέψης

αυτής που κάποτε κυρίεψε τα – έρημα πια –

υψίπεδα της Γκόμπι.

Επάνω στην ακτογραμμή

λεπίδα ο φανοστάτης.

Ιαμβογράφος και αιωρείται στο σκοτάδι

σ΄απόσταση από προσωπίδες

– μεγαλώνουν σαν σκιές,

χορεύοντας επάνω σε νεκρούς –

να τρέφεται

απʼ τη συχνότητα ενός ήχου

της γένεσις των πλησιέστερων, στη γη,

αστρικών σωμάτων•

εινʼ το μειδίασμά του φανός

λαμποκοπώντας στο σκοτάδι, λαμποκοπώντας,

απέναντι στα εύκολα μετρήσιμα

του κόσμου.

`

Αθήνα, Ιούνιος 2014 – Port Melbourne, Απρίλιος 2015