133

θα ξαναβρεθούμε κάποτε
οι ταξιδιώτες του χρόνου
έστω και με κολλημένα
φτερά από πούπουλα χήνας
στους ώμους μας

γιατί όσο συστέλλονται
οι πραγματικοί άγγελοι
οι άνθρωποι που παριστάνουν
τα εξαπτέρυγα διαστέλλονται
και προκαλούν κάθε
νηφάλιο μέθη

134

και μια και μιλάμε
για αληθινούς αγγέλους
φαντάζομαι πόσο
θα μοιάζουν διαφορετικά
όλα τα γήινα από ψηλά
κι ας παραμένουν
στη πραγματικότητα
πάμφτωχα
σαν προσωπικό βίωμα

ναι,
μόνο η σιωπή
απομένει στο τέλος
σαν άκλητο ρήμα
εν ειρήνη

135

πόσο τυχερός είναι
όποιος γράφει
και δεν τον διαβάζει
κανείς

γιατί οι πρωινές
και οι εσπερινές
δεήσεις του
γίνονται ειλικρινές
ησυχαστήριο

136

με σαμπρέλες επιπλέω
σε μαγεμένες λαοθάλασσες

μόνο
δημοσιογράφος παραλογοτέχνης
ερασιτέχνης μάγειρας
να μη σου τύχει στο δρόμο σου
να σου ξηλώσει το όνειρο
σαν πουλόβερ

137

άδικο πολύ άδικο
ζω στα εξάρχεια
από 14 χρονών
και ήμουν εκεί όρθιος
στουρνάρη και μπόταση γωνία
όταν έπεφταν παιδιά
πυροβολημένα άνανδρα

δεν περίμενα ποτέ
ότι μετά από τόσα χρόνια
πως θα ήμουν ακόμα εκεί
τόσο πολύ θυμωμένος
που τίποτα μα τίποτα
δεν άλλαξε
χιλιάδες χρόνια μετά

138

τέτοιες δύσκολες μέρες
αντιλαμβάνεσαι πως
σημασία έχει να ζεις
και να πορεύεσαι
με το κεφάλι ψηλά
αγναντεύοντας
τον άγνωστο ουρανό
κι ας είσαι στη γη
ανάμεσα στους χαμένους
ένα χαμένος ακόμα

αχ αυτές οι
ισόβιες ενοχές
πόνος ανελέητος
σαν τις πληγές
του εμφυλίου
που κουβαλάω
πάππου προς πάππον

139

όλα πάνε
όπως θέλεις
κι ας μη τρέμεις
ποτέ σου
πως όλα πάνε
όπως δεν θέλω

μπούχτισα πια
από τους ανθολόγους
που ανησυχούν
για το μέλλον
της λογοτεχνίας μας

140

δύσκολη απόφαση
να προσπαθώ να μάθω
πως είναι να ζεις
με ένα πόδι
με ένα μάτι
και με μισή καρδιά

τίποτα δεν με ταράζει
όσο πολύχρωμα αερόστατα
καταλαμβάνουν τον ουρανό
της γειτονιάς μου

141

να γράψεις
ένα πολιτικό σχόλιο
για το Πολυτεχνείο
– δύο φράγκα η βιολέτα
να γράψεις ένα ποίημα
με λέξεις να χοροπηδάνε
ελεύθερες
– τσιγκολελέτα, τσιγκολελέτα

αλλά να θέλεις
να το συνοδέψεις
και με μια φωτογραφία
ή κάποιο “μοντέρνο”
εικαστικό θέμα
– πράσινα κουφέτα
ή αυνανισμός
του βροντώδους τίποτα

142

άμα μπερδεύεις
τη πλατεία Εξαρχείων
με τη πλατεία Συντάγματος
μη περιμένεις να κάνεις
περίπατο αποχωρώντας
με πλήρη εξάρτηση
γιατί εδώ ο ουρανός
συχνά βρέχει γλάστρες
με λουλούδια

143

όταν κάποιος
αντί για χαιρετισμό
μου απευθύνει
τη λέξη “Έρρωσο”
κουμπώνομαι
γιατί ούτε αυτός
είναι ο Αριστοτέλης
ούτε εγώ ο Φίλιππος

ένα απλό “χαίρε”
θα ήταν αρκετό

144

δεν είναι οι λέξεις
που δεν έγραψα
αλλά η ζωή που δεν έζησα
που δεν άλλαξε
απ΄τις λέξεις που έγραψα

μοιράζομαι πιο εύκολα
τις καθημερινές απογοητεύσεις
με νεκρούς που αδιαφορούν
να μάθουν τι γίνεται
στον κόσμο