`

(Απʼ την ενότητα: «ΠΟΛΗ ΚΑΤΩ ΑΠʼ ΤΗΝ ΠΟΛΗ»)

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2013 μ.Χ.

Ήρθε ο Ηράκλειτος στην πόλη μας απόψε
μίλησε με σωζόμενα ρητά
−κι άλλα που χάθηκαν−
ακούγονταν
τα πλέον σκοτεινά:
«φωτιές-αιώνιες και ψυχές-αναθυμιάσεις»
«είμαστε και δεν είμαστε
στις ίδιες πόλεις κατοικούμε
νεκροί και ζωντανοί»
«ο ένας μες στον άλλον αναπνέουμε
νεκροταφεία βρίσκουμε μετράμε τους νεκρούς»
−σε γλώσσα τρέχουσα σαν νά ʽλεγε−
«δεν έχει η ανθρώπινη ροή επιστροφή»
(εδώ και το ποτάμι)
«η αλληλουχία των γενεών
πάνω στη γη, μέσα στην πόλη»
1000 και κάτι οι τάφοι
του 4ου αιώνα προ Χριστού
στο Συντριβάνι
και 411 στα δυτικά, στο ενδιάμεσο
η decumanus
και μʼ ένα άλμα μετά
απʼ τη σφαγή του Ιππόδρομου
στο Άουσβιτς
Θεσσαλονίκη πόλη με ανοιχτά τα σωθικά
δείξε μας δώσε μας
την πόλη κάτω από την πόλη
κράτα την πόλη την πληγή σου ανοιχτή
πόλη μέσα σε πόλη
κάτω απʼ τα πόδια μας τάφοι και δρόμοι
στους αστραγάλους σου νεκρά φτερά
−στεφάνια δόντια όλα χρυσά−
εγχυτρισμοί
ενταφιασμοί
και καύσεις
δεν θα παύσεις
Θεσσαλονίκη πόλη πάνω σʼ άλλη πόλη
με τους νεκρούς σου να αιωρείσαι εσαεί
νέα ξανάρχεσαι
λειψή μεταβαλλόμενη
κι εμείς
οι επόμενοι νεκροί
−in situ−
γυαλίζουμε τα μάρμαρα
νεκροί και ζωντανοί

`

*

(Απʼ την ενότητα: «ΤΑ ΕΞ ΑΜΑΞΗΣ»)

ΤΟ ΤΖΑΜΙ

Thinking of death, I sit and watch the park
Where children play in all their innocence
d.t.

Θα συνεχίσουμε λειψοί
κατασχισμένοι
«Κανένας δεν γυρίζει τον τροχό
και δεν κοιτά κόντρα τον άνεμο»
δίχως αναπαμό
το τέλος μεταθέτουμε
τέλος δεν θα υπάρχει
Consider Death
τον θάνατο σου αναλογίσου

Με αίμα και θάνατο ας είμαι
χώμα που σπάει μες στο φως
στο γκρίζο προαιώνιος να απλώνομαι
σκιά από φωτιά να καψαλίζω σκάβοντας
τον χρόνο αυλακώνοντας
ολόγυρα να αφήνω
μονάχα άνθρωπο νερά
να πέφτουν άλογα-νεκρά
στο πέρασμά μου
παιδιά φωτιές να τριγυρίζουν μες στο μαύρο
χοροπηδώντας παίζοντας περνούν
από τη μιά στην άλλη την πλευρά
όπως ψωμί στα χέρια χορτασμένων
όπως νερό σε χείλια που ξεδίψασαν
−γυναίκα δεν σε χόρτασα ποτέ μου−
παιδί θα τριγυρίζω μες στον χρόνο

Σκιές νεκρών μου ψιθυρίζουν αίμα ψέλνοντας
αφήνουν πίσω τους με την ηχώ τον κόσμο

`

*

(Απʼ την ενότητα: «ΠΡΟΣ ΒΟΡΕΙΟΥΣ»)

ΠΕΝΘΙΜΗ ΠΥΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΨΕΙ
(Ή ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ-ΦΥΛΑΚΕΣ)

Των Χ., Ρ. και Τ.

Αγαπητή ψυχοχαράδρα,
έλεγε ο Hölderlin στο ποίημα του «Germanien»:
«Η Γερμανία θα συμφιλιώσει τους λαούς»
αλλά και: η χώρα η σκοτεινή
«μόνο μετά θάνατον…
θα λάμψει»,
φαντάσου πώς θα ούρλιαζε σαν έβλεπε…
θα έπαιρνε φωτιά
«και τι θα έλεγες αν άκουγες
το ουρλιαχτό του Hölderlin;»
(κλάμα βαθύ απʼ τα έγκατα του κόσμου
κραυγή του πληγωμένου ζώου που χτυπά
επάνω στον εαυτό του,
θα μας σπάσει)

Στον Rilke από την άλλη
τα έπιπλα μυρίζουνε κλεισούρα
τα σώματα πιάνουν εδώ και εκεί λιγάκι μούχλα
οι άγγελοι του –φυσικά– τρομαχτικοί
προμήνυμα καταστροφής –τι άλλο;–
η εποχή που “αλλοιώνει” τον ποιητή, το ποίημα…
–«θα ʽρθει ένας άνεμος να καθαρίσει να σαρώσει!»–

Κι ακολουθεί η κορύφωση
(εκεί που ο θάνατος απέκτησε
καινούργια σημασία)
το «Μαύρο Γάλα»,
και μετά την τρικυμία
η νηνεμία
ο ποιητής πηδά από τη γέφυρα
και μένει εκεί μετέωρος
ο αέρας −η θηλιά του− τον κρατά
το σβέρκο του συντρίμμια
από εκεί
αγρίμια εμείς
σιγά-σιγά ελευθερωνόμαστε
τώρα που ξαναρχίζουν οι χοροί…

διασκορπιζόμαστε στα όνειρά σας
εφιάλτες
θάμνοι ξεροί καιγόμαστε
και θα καιγόμαστε
σαν ήλιοι

`

`

*

(Απʼ τον «ΠΡΩΤΟ ΓΕΦΥΡΙΣΜΟ»)

ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ

«Σε τι να συναινέσω;»
εδώ βαλλόμαστε από παντού
στα χαρακώματα του κόσμου πανικός
αρχιτεκτονικές δομές
πληγές τεράτων
μεταφυσικές γραμμές
–είναι όλα λάθος–
στόματα χάσκουν στο κενό
πλανητικές σκιές
άστρα βουλιάζουν στον βυθό
και εκρήγνυνται και σβήνουν
κόσμοι φουσκώνουν σαν νερό

Κʼ εμείς φυτρώσαμε κάτι ψελλίσαμε
και τραγουδήσαμε
δεν ηρεμήσαμε
τη σκόνη την τινάξαμε
τα κόκκαλα πετάξαμε στον ουρανό
σαν δορυφόροι γύριζαν
ωσότου…

αφού είσαι ηλίθιος
θα εναρμονιστείς
στο τέλος μάλιστα θα εκτοξευθείς
γύρνα και πάλι στο κενό
χωμένος μες στον αστρικό γιακά
του σύμπαντος

`

*

(Απʼ την ενότητα «ΕΞΟΔΙΑ (ΣΑΝ ΞΟΔΙ)»)

ΜΙΑ ΠΡΟΕΞΟΧΗ

solus ipse

Κι εσύ… ένας ακόμη… είσαι
μια προεξοχή του υπαρκτού
ένα τράβηγμα της ύλης προς τα μέσα
τάχα βολεύτηκες σε σχήματα που αλλάζουν
μέχρι και χρώμα απέκτησες, συνάντησες
το φως που αναβοσβήνει κόσμους
−κι εσύ κι ένας ακόμη τίποτα−
στην πέτρα που γυρίζει
τόσοι που χάθηκαν τόσοι θα ʽρθουν
από τα πριν χαμένοι, σκόρπισες
σε χωροχρόνους που αγνοείς κι αλλάζουν

Τοπία κατεβαίνουν λαιμητόμοι
πίδακες μες στο αίμα και στο φως
σε εμπεριέχουν
ροές μες σε ροές
σε αποσβολώνουν

Κι εσύ ακόμη εδώ
τα χέρια περιστρέφεις
(διψά για νέες προσχώσεις το υπαρκτό
διψά για προεκτάσεις)
μπροστάρης ο καθένας μόνος του
βουλιάζει στο όνειρο του
ύλη μέσα στην ύλη που χωνεύεται
και καθρεφτίζει τον εαυτό της,
έτσι μονάχοι σας −μονάχος−
συναντηθήκαμε και πορευτήκαμε στον κόσμο
εγώ θα κατεβώ
θα ασπαστώ σχηματισμούς της ύλης που έπονται
και θα πυρποληθώ

`

***Σημείωση: Τα ποιήματα «Θεσσαλονίκη 2013 μ.Χ.» και «Πένθιμη πυρά που θα μας κάψει ή οι ποιητές-φύλακες», προδημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εντευκτήριο, τχ. 104, καλοκαίρι 2014, και Ιntellectum, τχ. 10, άνοιξη 2014, αντίστοιχα.

`

* Οι πίνακες είναι έργα του Πέτρου Γκολίτση